Δεν νομίζω, Ντομινίκ
14.7.2011 
Tείνω να πιστέψω ότι η περιπέτεια του Ντομινίκ Στρος-Καν δεν ήταν αποτέλεσμα σκευωρίας για την οριστική διαγραφή του από τα διεθνή πολιτικά πράγματα, αλλά πρόκειται για περίπτωση ανεκδιήγητης βλακείας. Της βλακείας που χαρακτηρίζει ενίοτε (και) τους κατέχοντες υψηλά αξιώματα – εν προκειμένω τον αρμόδιο εισαγγελέα. Της βλακείας που διέπει (σε αρκετά σημεία) το σωφρονιστικό σύστημα των ΗΠΑ, σε πείσμα όσων επιμένουν να το υπερασπίζονται. Της βλακείας ορισμένων δημοσιογράφων-πολιτικών αναλυτών αλλά και πολιτικών, που βιάστηκαν να καταδικάσουν χωρίς να έχουν στοιχεία. Της βλακείας των σκληροπυρηνικών φεμινιστριών που έσπευσαν με τη σειρά τους να ζητήσουν την παραδειγματική τιμωρία του «εγκληματία» λόγω κεκτημένης ταχύτητας, καθώς στον κόσμο τους η γυναίκα είναι εξ ορισμού θύμα και ο άνδρας υποχρεωτικά θύτης. Της βλακείας της μέσης νεοϋορκέζας καμαριέρας, που συνωστίστηκε έξω από τα δικαστήρια για να γιουχάρει έναν «σάτυρο» ο οποίος, προκειμένου να ικανοποιήσει τις διεστραμμένες ορέξεις του, δεν σεβάστηκε τον αγώνα για επιβίωση μιας πτωχής πλην τίμιας αφρικανής μετανάστριας και μητέρας – που τελικά μπορεί και να μην είναι τόσο τίμια. Επειδή αυτές οι γραμμές γράφονται αρκετές ημέρες πριν από την κυκλοφορία του τεύχους (για πρακτικούς λόγους) δεν μπορώ, βεβαίως, να γνωρίζω πώς έχει εξελιχθεί στο μεταξύ η υπόθεση. Ό,τι όμως και αν έχει γίνει, η απροσμέτρητη βλακεία, όπως εκδηλώθηκε από και προς κάθε κατεύθυνση, είναι, θεωρώ, μία από τις πιο ενδιαφέρουσες παραμέτρους της. Και η υποκρισία, βεβαίως βεβαίως... 
 
Δεν επιχειρώ να υπερασπιστώ τον Στρος-Καν. Εξακολουθώ να τον θεωρώ όχι μόνο εξαιρετικά αντιπαθή, αλλά στην πραγματικότητα... ένοχο. Ένοχο όχι για βιασμό (αυτά τα εξετάζουν άλλοι), αλλά επειδή με την ευτέλεια του προσωπικού βίου του (μια ζωή στην οποία ο πλούσιος και δυνατός «γ... ει και δέρνει» αδιαφορώντας για τα θύματα που αφήνει πίσω του, ακόμη και αν σε αυτά περιλαμβάνεται η οικογένειά του) διασύρει τους θεσμούς, παρουσιάζει τους πολιτικούς που κρατούν τις τύχες μας στα χέρια τους ως πλάσματα που άγονται και φέρονται από τα πάθη τους, επιβεβαιώνει ότι και εκείνοι που βγήκαν μπροστά ως μεγάλοι, ως δυνατοί, ως ηγέτες (μπορεί τελικά να) είναι εξαιρετικά μικροί και ασήμαντοι. Κοντολογίς, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είτε ως θύμα της αμερικανικής βλακείας, είτε ως θύμα των σκοτεινών συμφερόντων των πολιτικών αντιπάλων του (όσο και αν θέλω να παραβλέψω αυτόν τον παράγοντα, διαρκώς επανεμφανίζεται στους συλλογισμούς μου), ο Στρος-Καν τα ήθελε και τα έπαθε. Γι' αυτό τα χαμόγελα ικανοποίησης που αφήνει τις τελευταίες ημέρες να καταγράφουν οι κάμερες, από τότε που του έβγαλαν το ηλεκτρονικό βραχιόλι-κατάσκοπο από το χέρι του, ίσως θα ήταν καλύτερα να τα περιόριζε – και εκείνος και η επίσης χαμογελαστή σύζυγός του, Αν Σινκλέρ. Μοιάζουν ιδιαιτέρως προκλητικά, τους εκθέτουν παραπάνω. Ειδικά όταν κυκλοφορούν και τα άλλα σενάρια, που θέλουν το ζεύγος να χρησιμοποιεί μέρος της τεράστιας περιουσίας του για να κουκουλώσει την αλήθεια.
 
Ακόμη όμως και αν καταρρεύσουν οι κατηγορίες, ακόμη και αν όλο το φταίξιμο πέσει στην καμαριέρα, βασικός υπαίτιος για την εύκολη γελοιοποίησή του αποδεικνύεται κυρίως ο ίδιος ο Στρος-Καν, με τις από παιδαριώδεις έως απαράδεκτες συμπεριφορές του. Γιατί εκείνος έδωσε τα όπλα στους εχθρούς του για να τον πολεμήσουν. Εκείνος άναψε τη σπίθα της κίτρινης ενημέρωσης και παραπληροφόρησης, εφοδιάζοντας με άφθονο υλικό τα ΜΜΕ. Από δίπλα, η Σινκλέρ, όσο και αν προσπάθησε να καλλιεργήσει (αναφέρομαι και στην προ του σκανδάλου περίοδο κατά την οποία ακούγονταν διάφορα για τις μπερμπαντιές του συζύγου της) την εικόνα της γενναιόδωρης γυναίκας-προστάτιδος που συγχωρεί τα πάντα και αγωνίζεται για να στηρίξει το στεφάνι της, δεν κατάφερε να αποτινάξει από πάνω της την ταμπέλα της «επαγγελματία συζύγου»: εκείνης που είναι πρόθυμη να καταπιεί όλους τους εξευτελισμούς προκειμένου να φθάσει στον πραγματικό σκοπό της, εν προκειμένω να γίνει κυρία του προέδρου της Γαλλίας. Επομένως, αν μόνος ο άπιστος και σεξουαλικά ακόρεστος Ντομινίκ διέσυρε την πολιτική, την οποία (υποτίθεται ότι) υπηρετούσε από ένα υψηλό αξίωμα, μαζί με τη σύζυγό του διασύρουν έναν άλλο θεσμό, εκείνον της οικογένειας. Όχι στη συντηρητική - παραδοσιακή μορφή του, αλλά στην ηθική του βάση ως συνάντηση δύο αξιοπρεπών ανθρώπων που αγαπούν και τιμούν ο ένας τον άλλον οικοδομώντας μια σχέση αλληλοσεβασμού. Που είναι σύντροφοι και όχι συνεργάτες. Ο Στρος-Καν και η Σινκλέρ στα δικά μου μάτια δεν είναι πλέον παρά οι δημιουργοί της πιο ευτελούς (α λα «Δυναστεία») σαπουνόπερας που έχουμε παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια, τα αντιπρότυπα ματαιοδοξίας που πρέπει να αφήσουμε πίσω μας. Εκτός αν ως φιλοθέαμον κοινό μάς θρέφουν όχι μόνο η βλακεία αλλά και οι εκπτώσεις των ηθών, η παρακμή και ο ξεπεσμός των ανθρώπινων σχέσεων. Όσο για τα εντυπωσιακά ποσοστά των γάλλων ψηφοφόρων που επιθυμούν την επάνοδο του Ντομινίκ τους στα κοινά, ακόμη και αν θεωρούν ότι η λίμπιντο δεν μπορεί να είναι παράγοντας αξιολόγησης ενός πολιτικού, δεν μπορεί να μην απαιτούν από τους ηγέτες τους να διαθέτουν τη στοιχειώδη έστω αξιοπρέπεια. Αυτή που ο Στρος-Καν έχει χάσει. (Για σκεφτείτε όμως να εκλεγεί πρόεδρος της Γαλλίας και ακολούθως να επισκεφθεί υπό αυτήν την ιδιότητά του τις ΗΠΑ... Ούτε ο Αλμοδόβαρ τέτοιο σενάριο! Και να έχει και τη Σινκλέρ μαζί του... Ή μήπως θα επιβεβαιωθούν άλλες φήμες που τη θέλουν να τον αθωώνει και να καταθέτει αίτηση διαζυγίου;) 
 
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Τα… ωραία των Αθηνών
› 
Από τον γάμο στα θράψαλα
› 
Λευτεριά στη σκλαβωμένη Λυρική!
› 
Γομαριστάν 2009
› 
Ασφυκτικά…καλωδιωμένος
© ΙΣΤΟΣ 2019
Κοσμάς Βίδος
Ο Κοσμάς Βίδος γράφει και (όποτε μπορεί) ταξιδεύει.
« Bloggers