Τι Μαρόκο, τι Πεκίνο
17.1.2009 
Είπα κι εγώ να ξεφύγω απ’ τη μαυρίλα του Γενάρη –που αποδεδειγμένα είναι ο χειρότερος μήνας του χρόνου– και πήρα των ομματιών μου και πήγα στο Μαρόκο. Αλλά το Γενάρη κι αν τον πλένεις, Γενάρης θα μείνει και στην Κίνα να πας –που είχα πάει πέρυσι και το 'ξερα. Ουδεμία σχέση, θα μου πείτε. Πώς και έκανα το συνειρμό; Θα απαντήσω απλά. Η Κίνα και το Μαρόκο συναντήθηκαν στον «πλανήτη του Κρύου» (που στην Κίνα το περιμένεις, στο Μαρόκο με τίποτα) και στα ατέλειωτα παζάρια για ψώνια, όπου για πορτοφολάκι πας με χαλί βγαίνεις –θες δεν θες και αισθάνεσαι και τρομερός μάγκας, γιατί (λέει) τον έπιασες τον κυρ Μοχάμετ κορόιδο, του το πήρες το κιλιμάκι κοψοχρονιά, μόνο 300 ευρουδάκια, ενώ εκείνος είχε ζητήσει στην αρχή 1.400 (που τα κατέβαινε 200 200 όταν σε έβλεπε να σηκώνεσαι να φύγεις).
 
 
Η Κίνα και το Μαρόκο έχουν κι άλλα κοινά, το μήνα Γενάρη. Το Γενάρη. Λίγο είναι αυτό; Tο Γενάρη τον σέρνεις μέσα σου από παιδί, είναι ο μήνας που ανοίγει ξανά το σχολείο, που ξαναμπαίνεις στη ρουτίνα ενός χειμώνα που είναι ακόμα μακρύς, που βραδιάζει από τις πέντε και θες αγκαλιά και προδέρμ και ζέστη και χρώματα. Ζέστη, στο Μαρόκο λες. Δεν είναι και μακριά. Ζέστη και χρώματα. Τα τελευταία τα πετύχαμε. Ζεστές φάτσες πολλές. Αλλά μέχρι εκεί η ζέστη. Μυρωδιές και χρώματα. Άπειρα. Όλα τα μπαχαρικά της Γης, με τα πιπεράτα αρώματά τους και τα γαργαλιστικά τους χρώματα, σαν εικόνα από τις «Χίλιες και μια νύχτες» που ευωδιάζουν βανίλια, γαρίφαλο, κανέλα, τζίντζερ και κύμινο. Αλλά το κρύο! Υγρό και διαπεραστικό, κάθεται μόνιμα στα δάχτυλα σαν δεύτερο δέρμα. Εκείνοι, ατάραχοι. Κελεμπία και παντοφλίτσα, χωρίς κάλτσα στους 0°C. Έτσι έχουν συνηθίσει (εδώ είναι που συνειδητοποιείς ότι ακόμη και το κρύο είναι θέμα πολιτισμικό). Το ίδιο ισχύει και για τα σπίτια τους. Τα εστιατόρια, τα λεωφορεία, τα ταξί. Ακόμη και σε πολυτελές ξενοδοχείο να βρεθείς, αν η τουαλέτα τύχει και είναι εκτός (σε κανένα αίθριο ή σε κανέναν κήπο), πρέπει να προετοιμαστείς: ναι μεν θα κατουρήσεις στην πιο ντιζαϊνάτη λεκάνη που έχεις δει στη ζωή σου, αλλά το... παγάκι δεν το γλιτώνεις.
 
 
Με τους ξένους (και δη με τις ξένες) είναι γελαστοί και φιλόξενοι, αλλά με εκείνη την ευγένεια που λοξοκοιτάζει την τσέπη. Δεν σε χαλάει όμως (όπως στην Κίνα). Γιατί τα μάτια τους είναι ευγενικά και ξέρουν να σε κορτάρουν με το γάντι. Να γελάνε, να χαριετίζονται, να ενθουσιάζονται, να υποκρίνονται τέλεια την άρνηση –που σχεδόν είναι πάντα κατάφαση. Στο σουκ (αγορά) τη μαθαίνεις αυτή τη διάλεκτο του όχι που είναι ναι. Στα παζάρια για το χαλί. Όρεξη να 'χεις και μπορεί να μείνεις εκεί μέχρι το Πάσχα. Τα τσάγια πηγαινόρχονται πάνω σε ωραιότατους δίσκους κι ο κυρ Μοχάμετ σου εξηγεί (θες δεν θες) τη διαφορά της βερβερίνικης παράδοσης από την αραβική –και φυσικά, γιατί πρέπει να του δώσεις τα 1.200 (ενώ λεπτά πριν σου είχε πει 1.400).
 
 
Λαός. Μιλιούνια παντού. Στενοσόκακα του ενός μέτρου γεμάτα κελεμπίες και μπούρκες (πάρα πολλές γυναίκες με μπούρκα), μια ανθρωποθάλασσα σε διαρκή κίνηση που πάει κι έρχεται τηρώντας μια προκαθορισμένη τροχιά, την τροχιά που βρήκαν από τους πατεράδες και τους παππούδες τους λες και ο εικοστός πρώτος αιώνας είναι επινόηση των Δυτικών. Οι Βερβερίνοι, οι Άραβες, οι νομάδες από τη Σαχάρα είναι εκεί, δίπλα σου, κρατούν πιθήκια και κόμπρες στα χέρια τους, πουλούν αυγά στρουθοκαμήλου και μαγικά φίλτρα για τον έρωτα και η αύρα τους σε μεταφέρει σε υποφωτισμένα, χρυσοποίκιλτα δωμάτια που έχουν ποτίσει από τα αρώματα και τους ψιθύρους έγκλειστων γυναικών.
 
 
Ο Γενάρης όμως επιμένει. Το κρύο δεν... ζεσταίνεται με τίποτα. Τα σουκ σού μυρίζουν ώρες ώρες «τουριστίλα». Οι κομψοί τρόποι των καλοβαλμένων γκαρσονιών που σερβίρουν μαροκινές σπεσιαλιτέ σε ονομαστά εστιατόρια (τα οποία οι Μαροκινοί βλέπουν με το κιάλι) έχουν μέσα τους κάτι από την υπεροψία και το ναρκισσισμό του όχι και τόσο παλιού αποικιοκρατικού καθεστώτος του τόπου. Κι εκείνο όμως το δήθεν εξωτικό στοιχείο που αρχικά σε οδήγησε να σκεφτείς το Μαρόκο ανακατεύεται τώρα με τις εικόνες των φτωχοντυμένων Κινέζων του Πεκίνου. Και το «παραμύθι» της Ανατολής πάει περίπατο.
 
 
Α μπα, δεν με βλέπω να ψήνομαι εύκολα πια. Ο τρίτος κόσμος παραμένει τρίτος κι αυτό είναι κάτι που δεν καλύπτεται με κανενός είδους εξωτισμό. Με ενοχλεί αυτό. Με ενοχλεί που τους βλέπω σαν ξωτικά με κελεμπίες κι εκείνοι σαν τσέπη. Με ενοχλεί που τα ωραιότερα σπίτια του Μαρακές ανήκουν σε Εγγλέζους. Που τα ωραιότερα εστιατόρια του Μαρακές είναι για μας (τους Γιαπωνέζους).
 
 
Αν ήταν άνοιξη, θα ήταν το ίδιο; Όχι, ρωτάω δηλαδή. Η αλήθεια είναι ότι πολύ θα ήθελα να επιστρέψω στο Μαρόκο (κυρίως στο Μαρακές και στην Εσαουίρα) υπό άλλες συνθήκες, έχοντας περισσότερο χρόνο και με δικό μου μέσο να μπορώ να γυρνάω. Προς το παρόν, υπομονή να φύγει η ρούχλα του Γενάρη. Είπαμε, το Γενάρη κι αν τον πλένεις... –και στην Κίνα και στο Μαρόκο. Άντε, καλή άνοιξη τώρα.
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Η πικρή βαλίτσα της επιστροφής
› 
Οι κυλιόμενες του Μετρό, η ώρα κι εγώ
› 
Πέντε μακό και δυο κολόνιες
› 
Φθινοπωρινά βλέμματα
› 
Η χαμένη αξιοπρέπεια
© ΙΣΤΟΣ 2019
Χάρη Ποντίδα
Σιγά μην πω πότε γεννήθηκα. Και τι έκανα. Από το 1990 πάντως δουλεύω στα «Νέα» στο πολιτιστικό ρεπορτάζ. Η κόρη μου είναι 10 ετών.
« Bloggers