Τη μοναξιά (και τα αυτιά) σκοτώνει
16.5.2008 
Καθηγητής πανεπιστημίου, ασχοληθείς και με δημόσιους οργανισμούς, είχε γράψει σε βιβλιοκριτική για επιστημονικό βιβλίο: «Έχω την υποψία ότι ο συγγραφέας ενδιαφέρεται για την ουσία». Στην εφημερίδα που το είχαμε υποδεχθεί, κόψαμε τη φράση. Πέραν του γλωσσικού σκέλους, η… υποψία μάς είχε φανεί εντελώς αδικαιολόγητη. Ο συγγραφέας ενδιαφερόταν μάλλον για την… υφηγεσία (θα πείτε ότι αυτή ήταν η ουσία για τον ίδιο –πάσο). Άλλωστε, τι ουσία να έχουν μελέτες όπως «Η εγκληματικότητα της κινεζικής μειονότητας στο Σικάγο του μεσοπολέμου» ή «Η τριτανακοπή κατά το ιαπωνικό δίκαιο»; Τα σοβαρά προς έρευνα θέματα είναι άλλα –κι ας τα παραμελούμε. Π.χ. «Γιατί οι Έλληνες δεν ανακάλυψαν το ουίσκι ούτε οι Σκοτσέζοι τα μπουζούκια (τα κέντρα, εννοείται);» ή «Γιατί το Johnnie Walker red label πουλάει τόσο στην Ελλάδα –και δη στα μπουζούκια»; Καθώς η επιστημονική έρευνα θέλει θυσίες, η προσέγγιση του θέματος με ώθησε πάλι έξω από το σπίτι, σε «πίστα».
 
Η ουσία εκεί ήταν προφανώς άλλη. Οι λουλουδούδες. Και δη Η λουλουδού. Χρόνια μελετούσαν στην Τογιότα για το υβριδικό Λέξους, ακόμη δουλεύουν στην Πόρσε το αντίστοιχο Καγιέν. Αλλά αυτό το ενώπιόν μας ασύλληπτο «μηχάνημα» το έφτιαξε η φύση με μια απλή ανάμειξη DNA. Η ύψωση του αριστερού χεριού με τους ψάθινους δίσκους, οι ελιγμοί ανάμεσα στα τραπέζια… Ένας αριστερόχειρας Παπαλουκάς. Το λέι απ αυτού του κοριτσιού πρέπει να είναι θανατηφόρο. Το λέι ντάουν αναστάσιμο. Άμα τη θέα, από τον διπλανό μου ξέφυγε ένα «δεύτε λάβετε φως». Εγώ παρά λίγο να αλλάξω ερευνητικό αντικείμενο. Σκέφτηκα αμέσως τη μελέτη «Η ανεπάρκεια φυσικών υποκατάστατων του Βιάγκρα: είναι τόσο λίγες ή τόσο ακριβές;».
 
Αυτά στιγμιαία, εννοείται. Έχετε δει από την τηλεόραση έλληνα δημοσιογράφο στη δουλειά. Δεν αφήνει το θέμα του με τίποτε. Πρώτη έρευνα του χώρου: σε ένα τραπέζι τζιν (για όνομα!), σε δύο άλλα βότκα, κρασί σε ένα ακόμη. Στα υπόλοιπα, η απόλυτη υπερδύναμη. Όου, γιες: σκατς.
 
Πάμε στα ειδικότερα. Στο δικό μας τραπέζι, Famous. Απέναντι, τρεις κυρίες, κάπου στα σαράντα, αξιοπρεπείς φυσιογνωμίες, Cutty Sark. Κολλητά δίπλα μας παίρνουν θέση δύο ζευγάρια με ύψος εισοδηματικής (αυτο)ικανοποίησης. Στοιχηματίζω: σπέσιαλ, αλλά τι; Ουδείς αποδέχεται το στοίχημα. Όλοι λένε Chivas –και η καταφθάνουσα φιάλη μάς επιβεβαιώνει. Μα τι έγινε, χάλασε ο κόσμος; Κεφαλή όπισθεν. Η τάξη αποκαθίσταται. «Και γύρω γύρω», που λέει το ανέκδοτο, Joooohnnie. Kόκκινο. Keep selling.
 
Με τον θηλυκό Παπαλουκά να μας συντρίβει συνεχώς την αυτοσυγκέντρωση, καταλήγουμε. Πρώτο ερώτημα: Γιατί οι Έλληνες δεν ανακάλυψαν το ουίσκι μαζί με τα μπουζούκια; Επειδή το ουίσκι είχε προηγηθεί. Έμποροι και ταξιδιάρηδες το είδαμε και το πολιτογραφήσαμε. Ήταν και πιο ξεκούραστο αυτό. Γιατί, όμως, οι Σκοτσέζοι δεν επινόησαν τα μπουζούκια; Έχω κάποιες υποθέσεις εργασίας, για την απάντηση όμως χρειάζεται επιτόπια έρευνα στη Σκοτία. Σίγουρα θα είναι πιο εποικοδομητική –αρκεί να έρθει μαζί η λουλουδού. Όχι για άλλο λόγο, για να καταλαβαίνουν οι Σκοτσέζοι τι εννοούμε.
 
Δεύτερο ερώτημα. Γιατί τόσο Τζόνι κόκκινο; Επειδή «ένα μπουκάλι Τζόνι τη μοναξιά σκοτώνει/ και γίνεσαι καλά σε μερικά λεπτά»; Επειδή, όταν άρχισε η μαζική του εισαγωγή, ήταν πράγματι μεγάλη γευστική πρόοδος έναντι, π.χ., του «VAT 69»; Ή για κάποιο λόγο που ανατρέχει στα σκοτεινά μας ορμέμφυτα, αυτά που μας οδηγούν να ψηφίζουμε Γιακουμάτο; Ίσως απλώς επειδή είναι από τα παλιά και παραμένει ένα αξιοπρεπές blended ουίσκι σειράς με σταθερή γεύση, ικανοποιητική για το μέσο γούστο. Ηλικιωμένη γνωστή μου, πάντως, στην οποία πρότεινα το Famous και το Cutty Sark (κάψανε και το πλοίο οι άχρηστοι οι Άγγλοι...) τα επαίνεσε –και ξαναγόρασε Τζόνι κόκκινο.
 
Αν η λουλουδού-Παπαλουκάς εξακολουθήσει να εργάζεται, θα σας ενημερώσω για τη συνέχεια της έρευνας. Την τελευταία φορά πάντως, μετά από πέντε ώρες επίθεσης απίστευτων άφωνων (και, ευτυχώς, μερικών με… φωνάρα κατά Ζαμπέτα), μετά από το παραδοσιακό πρωινό λουκάνικο στο δρόμο (τηρούμε τις παραδόσεις σ’ αυτόν τον τόπο), η είσοδος στο σπίτι δεν έκρυβε διλήμματα. Δύο ποτήρια κρύο νερό –της Ούλεν, που έλεγαν οι παλιοί. Εξαιρετικό. Κάποιες ώρες η ΕΥΔΑΠ αποδεικνύεται το καλύτερο αποστακτήριο.
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Η δουλειά κάνει τους άντρες
› 
Δεν πολεμιέται (αυτή) η αλλεργία
› 
Συμπαθέστατα ερπετά
› 
Οι υπόλοιποι μεγαλουργούμε
› 
Το ...άλλο Αυτόφωρο
© ΙΣΤΟΣ 2019
Δημήτρης Καστριώτης
Κατά τον ληξίαρχο, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Οι γονείς του, φιλότιμοι πλην κατ’ αποτέλεσμα άστοργοι, δεν τον προίκισαν αναλόγως, ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο οινόπνευμα, την αξία του οποίου φρόντισαν πάντως να του διδάξουν. Ένεκα η ανάγκη, εργάζεται ως δημοσιογράφος εφημερίδων και δικηγόρος από εικοσιπενταετίας. Αναπόφευκτα, πίνει λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε.
« Bloggers