Tα Αλατισμένα/5
9.9.2010 - 5:29:20 PM 


To ίδιο βράδυ μετά τους καφέδες και  τις αποτυχημένες  απόπειρες να μου εξηγήσει , καταλήξαμε στα τσίπουρα. H Λίντα συνέχιζε νάναι μεταξύ υστερίας γέλιου και οριστικής κατάρευσης. Ωστόσο μπόρεσε να μου πεί επιτέλους  τι συνέβη.

Η Μίτση χτύπησε  το κουδούνι ντάλα μεσημέρι ,την ξύπνησε  από την σιέστα της  και το σκηνικό εξελίχθηκε μεταξύ μιάς αφρισμένης λέαινας κι ενός νυσταγμένου έκπληκτου ζωντόβολου με μπέϊμπυ ντόλ και σοσόνια που προσπαθούσε να αποδείξει γι άλλη μια φορά το ήθος και την ευγένεια που άρμοζαν στην  ανατροφή του και που δεν ήταν άλλο από την φίλη μου.

Ο διάλογος που ακολούθησε με το άνοιγμα της πόρτας  έκανε πολλές φορές κατά την διάρκεια της περιγραφής της Λίντας να μου σταθεί η μπουκιά στο λαιμό απ τα γέλια και ν ανησυχήσω τους γύρω μου στο ταβερνείο που τα πίναμε.

Η Μίτση δεν μπήκε απλώς στο σπίτι. Εισέβαλε φουριόζα σπρώχνοντας την Λίντα στο χώλ ,χωρίς καν να συστηθεί,κι αφού περιεργάστηκε τον χώρο του σαλονιού απ το ταβάνι μέχρι το πάτωμα αναφώνησε.

«Τι; Αυτό είναι το σπίτι του γιατρού;!… πίττα στην παλιατζαρία σ έχει κυρά μου!»

Η Λίντα ψέλλιζε κάτι μες τη σαστιμάρα της του στυλ … «ποια είστε κυρία μου;» ένοιωθε ήδη έτοιμη να πάει στην τουαλέτα και να κλειστεί εκεί μέχρι να πεθάνει, όταν ήρθε το δεύτερο κύμα παρατηρήσεων απ την δίμετρη με τα δερμάτινα.

«…και τι δηλαδή; ούτε μια ανακαίνιση δεν έκανε ο γιατρός εδώ μέσα τόσα χρόνια; στο λίγο πιο μοντέρνο ,στο χρωματιστό βρε παιδί μου…αυτά πάλιωσαν εδώ και δυό δεκαετίες…και ποιά είν τα ραμολί στις φωτογραφίες;»

Η Λίντα καταλάβαινε πιά ,ότι δεν θα γλύτωναν ούτε  τα δια χειρός Βαράγκη, ούτε τα Λιμόζ ,ούτε οι παππούδες της, αφού το θηλυκό που είχε μπει στο σπίτι  είχε βάλει σκοπό να τους ξεπαστρέψει κι αυτούς και γεννεές δεκατέσσερις.

 Έκατσε όσο μπορούσε πιο ήρεμα κι έδειξε στην Μίτση μια πολυθρόνα μπάς και παλουκωθεί και μιλήσουν  πολιτισμένα. Έτρεμε σαν το φύλλο από μέσα της έκανε όλες τις ασκήσεις αναπνοής που είχε μάθει στο Άσραμ ,σκέφτηκε ότι  καίει κάρμα και τα συναφή και είπε σιγανά:

 «Είστε η Δήμητρα;»

Τι ήταν να το ξεστομίσει!

Η δίμετρη ξανασηκώθηκε εν εξάλω καταστάση διαρρηγνύοντας τα δερμάτινά της.

«Ποια Δήμητρα κυρά μου; Η Δήμητρα πέθανε,δεν υπάρχει.Η Μίτση είμαι -σ αρέσει δε σ αρέσει»

Η Λίντα λούφαξε στη θέση της. Μούντζωσε νοερώς την γερμανίδα νταντά της που της δίδασκε αυτοπειθαρχία από τόση δα ,αναρωτήθηκε γιατί δεν σηκωνόταν επάνω να την πιάσει από την μαλούρα και να την διώξει κλωτσηδόν από το σπίτι της, ένοιωσε δυό σιδερένιες αλυσίδες  δεμένες στους αστραγάλους της και ξαναρώτησε χαμηλόφωνα.

«Θέλετε να πιείτε κάτι;»

«Βάλε μου ένα Σκάτσ» είπε η Μίτση που μέχρι να της το σερβίρει η Λίντα άρχισε να περιεργάζεται εκ νέου τα ταβάνια.

Το ρεβόλβερ πήρε πάλι φωτιά.

«Μα είναι δυνατόν να σ έχει ο γιατρός με τις κρυσταλερίες στο νταβάνι;»

Η Λίντα διατήρησε για άλλη μια φορά την ψυχραιμία της και προσπάθησε να της εξηγήσει σχεδόν απολογούμενη ότι όλα αυτά τα χρόνια προείχαν η καριέρα του Μάχου και οι σπουδές των παιδιών κι ότι απαιτήθηκαν μεγάλες θυσίες για να γίνει το καλύτερο δυνατόν.

Κι εκεί η Μίτση τα πήρε oλωσδιόλου.

«Α! για άκου να σου πω …κάτι τέτοιες σαν εσένα  χαλάνε την πιάτσα κατάλαβες; Πέφτετε στη μουγγαμάρα ,όλο ναί και ναί ,τους καλομαθαίνετε και μετά μας βγάζουν το λάδι τις υπόλοιπες»

 «Αλλά δεν θα του περάσει ,εγώ δεν μασάω από τέτοια. Εγώ δεν είμαι κοριτσάκι του παρθεναγωγείου να μου κάνει την ζωή πατίνι και στα εβδομήντα του να ξεμυαλιστεί και να μ αφήσει στον άσσο»

Η Λίντα δεν πίστευε στ αυτιά της .Ζούσε  έναν εφιάλτη που δεν είχε τέλος.Είχαν αρχίσει να τρέμουν τα χέρια της,τα μάτια της ήταν έτοιμα να βουρκώσουν αλλά κρατήθηκε στο ύψος της για άλλη μια φορά υπομονετικά.

«Μπορείτε να μου πείτε τι θέλετε εδώ σήμερα; Τι θέλετε από μένα επιτέλους;» ρώτησε.

Η Μίτση χαμογέλασε με τριανταδύο κάτασπρα δόντια και φρύδια που ανασηκώθηκαν μέχρι τους κροτάφους ,την κοίταξε ίσια στα μάτια και έφτυσε την αγανάκτηση  της παρανομίας του δεσμού της με τον Μάχο κατ ευθείαν στα μούτρα της λέγοντας…

«Την τζίφρα σου θέλουμε κυρά μου τι να θέλουμε; Τον Πάπα της Ρώμης; Και φυσικά με το αζημίωτο»

Αυτό ήταν.

Η κατάσταση είχε εκτροχιαστεί πιά, έξω από κάθε λογική.

 Μ αυτή τη φράση η Μίτση έκοψε το νήμα της ψυχραιμίας της Λίντας, διέλυσε τους δισταγμούς και την υπομονή της , την έστειλε κυριολεκτικά στο πύρ το εξώτερον.Η φίλη μου ένοιωσε έναν κόκκινο διάολο να μπαίνει μέσα στο μυαλό της ,άναψε, κόρωσε και  επέτρεψε στην συγκρατημένη της φύση να αναλυθεί  σε γέλια με λυγμούς  μέχρι δακρύων.

Της εξήγησε διακόπτοντας τις λέξεις της από κύματα ακράτητου γέλιου ,ότι ο γιατρός είχε ξοδέψει και την τελευταία τους δραχμή για πάρτη της κι ότι όσα είχαν απομείνει ήταν η προσωπική της περιουσία που προοριζόταν για τα παιδιά τους…

Τώρα ήταν η σειρά της άλλης να  κοιτά αποσβολωμένη. Αυτό το υστερικό γέλιο που έβγαινε κατευθείαν από τα σωθικά της Λίντας είχε δύναμη. Δεν ήταν παίξε γέλασε.

Σηκώθηκε έντρομη ψιθύρισε κάτι σαν «αι σιχτιρ» κι έφυγε τρέχοντας, κτυπώντας πίσω της την πόρτα.Η Λίντα άκουσε τις γόβες της να  να κατεβαίνουν κουτρουβαλιστά απ τις σκάλες και συνέχισε να γελά μέχρι που πιάστηκαν τα συκώτια της.

Νόμιζα ότι έτσι κάπως διαδραματίστηκαν τα πράγματα κι ότι εκεί έλαβε τέλος και η διήγηση της Λίντας.

 Έκανα όμως λάθος.Σ αυτή την ιστορία ήμουν κι έγω κάπου μπερδεμένη.Και μάλλον μου ανήκε ένα κομμάτι της που δεν τόχα λάβει ακόμη.

Η Λίντα σήκωσε το ποτήρι της τσούγκρισε το δικό μου ,έμπλεξε το δάχτυλό της σε μια τούφα απ τα μαλλιά της το στριφογύρισε αμήχανα  και με κοίταξε περίεργα.

«Θέλω να σε ρωτήσω κάτι βρε φιλενάδα»

Και βέβαια δεν μπορούσε να μου περάσει απ το μυαλό ,μετά απ όλη αυτή την κατάσταση που είχε ζήσει,ότι η ερώτησή της θα είχε σχέση με το αλάτι.

-Ρώτα βρε Λίντα ο,τι θές της είπα, προσπαθώντας να βοηθήσω,επειδή την είδα να το σκέφτεται πολύ το θέμα και να διστάζει.

Και ω! του θαύματος!Η ερώτησή της έπεσε πάνω στο τραπέζι σαν μενίρ εξ ουρανού.Μαζί της παρέσυρε μια μπουκάλα νερό,τα ποτηράκια του τσίπουρου,τις ψητές μας πιπεριές,τα κολοκυθάκια ,ένα πιάτο τζατζίκι και την αφεντιά μου που στην προσπάθειά μου να μην πνιγώ τα παρέσυρα όλα και τα σαβούρντησα κάτω.Είχα πέσει στα πατώματα!

Λάτρευα αυτές τις ερωτήσεις της πάντα.Χτυπιόμουν απ τα γέλια γιατί το ύφος της ήταν ανεπανάληπτο και το περιεχόμενό τους με κούφαινε.Μ έφερνε σε τρομερό αδιέξοδο γιατί δεν ήξερα αν έπρεπε να την φιλήσω η να την μπατσίσω.Ηταν μια ενήλικη γυναίκα με δυό παιδιά  γομάρια κι έναν άντρα σωστό βελζεβούλ κι όμως…παρέμενε πεισματικά το Λιντάκι.

Το Λιντάκι που κάθε καλοκαίρι αν δεν αγόραζε λιλά σαγιονάρες με φιογκάκια και πεταλουδίτσες αρνιόταν να πάει διακοπές.

Το Λιντάκι που έκοβε την καραμέλα στα δύο για να γλυκαθεί αλλά να μην παχύνει.

Που προσπαθούσε δεκατέσσερα χρόνια να ανοίξει τα ριμάδια τα τσάκρας  και ν ανακουφιστεί από το διπλομαντάλωμα πούχε φάει από την φράου Μέρκελ των παιδικών της χρόνων.

Η Λίντα λοιπόν με ρώτησε.

Με ρώτησε αν ήξερα κάτι πιο αλατισμένο απ το αυγοτάραχο.

Αν υπήρχε κάτι πιο αλμυρό απ τις παστές σαρδέλες Καλλονής.

Αν γνώριζα κάτι τι πέρα από το τουρσί και τον ταραμά.

Απαντούσα και περίμενα υπομονετικά να δω που ήθελε να καταλήξει.

Είχα αρχίσει όμως ν αγριεύω γιατί ακολούθησαν κι όλα τα επιτραπέζια,τυροκομικά αλάτια,ψιλά ,χοντρά,μέτρια και η Λίντα δεν έλεγε να έφτανε στην ουσιαστική ερώτηση.

«Πές βρε χρυσό μου τι θέλεις και μη με παιδεύεις άλλο» της είπα

«Ξέρεις…η λεγάμενη…»

Την είδα να μπαίνει επιτέλους στο θέμα κι ανακουφίστηκα.

«Αυτή η εξω κι από δω…»

Αρχιζε πάλι την δυσλεξία και την στριμάρα…δίσταζε,κατάπινε,χαζογελούσε.

«Ρε φιλενάδα ντρέπομαι να στο πώ…αλλά δεν κατάλαβα κάτι που μου είπε αυτή»

Είχα αρχίσει να ωρύομαι πιά. Είχα γίνει έξαλλη μ αυτή την φοβερή της νοοτροπία να πηγαίνει στη Χαλκιδική μέσω Πλαταμώνα ,ξύνοντας το δεξί αυτί της με το αριστερό χέρι και δεν άντεχα άλλο.

 «Πές το επιτέλους γιατί αν δεν σ έπνιξε αυτή θα σε πνίξω εγώ βρε ζωντόβολο,μας έχει πάρει χαμπάρι όλη η ταβέρνα!»

Η ομήγυρη απ τα κοντινά τραπέζια φώναζε «πές το πές το».

 Και η Λίντα το είπε. Έστρεψε το σώμα της δειλά προς τα γύρω τραπέζια,καταλαβαίνοντας δε ότι όλοι είχαν ακούσει την ιστορία κι όλοι είχαν καταλάβει περι τίνος επρόκειτο δεν δίστασε να τους κάνει κοινωνούς της απορίας της .Ξέχασε τους εγκλωβισμούς και τα στεγανά της που επέβαλαν το περίφημο «τα εν οίκω μη εν δήμω» και το είπε:

«Με ρώτησε βρε παιδιά αν έχει ο γιατρός αλατισμένα.Ξέρετε εσείς τι είδους αλατισμένα μπορεί νάχει ένας γιατρός ;»

Ειχε τέτοιο ύφος ,που καταλάβαμε πως όσους συνειρμούς κι αν επιχείρησε ,κανένας δεν μπόρεσε να  την οδηγήσει στη μεταφορική  έννοια των αλατισμένων που ξεστόμισε η δίμετρη.

Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αλατισμένα δεν είναι μόνο όσα έχουν αλάτι και τρώγονται αλλά και τα λεφτά που μπαίνουν στην άκρη κι αποταμιεύονται. Οτι αλατισμένα λέγονται κι όσα υπάρχουν σ έναν κουμπαρά η σ ένα βιβλιάριο καταθέσεων στην τράπεζα.

Της το εξηγήσαμε και η Λίντα μας κοίταζε με το γνωστό της ύφος που το ακολουθούσαν ως συνήθως  και γνωστά επιφωνήματα, λες και της λύναμε το αιώνιο πρόβλημα της ανθρωπότητας περί της αθανασίας της ψυχής και της αφθαρσίας του πνεύματος.

Έτσι, θές απ την πολλή γιόγκα, θές απ το πολύ ζόρι,θές απ το γέλιο και την χαλάρωση ,ισως και τα τσίπουρα, εκείνο το βράδυ η Λίντα άνοιξε επιτέλους ένα απ τα  κλειδομανταλωμένα τσάκρας της.  

Τέλος


 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Αλλαγή εποχής μέρος β΄: Η φροντίδα για τις ντουλάπες
› 
Αλλαγή εποχής, φροντίδα για τα χαλιά και τις φλοκάτες
› 
Tα Αλατισμένα/5
› 
Τα καραβάνια (συνέχεια)
› 
Τα Αλατισμένα/2
© ΙΣΤΟΣ 2017
Φαραώνα
Η Νατάσσα Φωκιανίδου ζει στη Θεσσαλονίκη και ασχολείται με τη μικροϋφαντική.
« Bloggers