Μπράβο, τον σκοτώσαμε!
14.8.2008 
Επρεπε να δολοφονηθεί ένα παιδί για να «ξυπνήσουμε». Για να βγούμε και να εκφράσουμε τον αποτροπιασμό μας για το φαινόμενο των μπράβων της νύχτας. Εμείς οι ίδιοι που στηνόμασταν υπομονετικά στην ουρά, στα ανά την Ελλάδα ξενυχτάδικα, παρακαλώντας να έκανε καλή εντύπωση η φάτσα μας στους «φουσκωτούς» άρχοντες της πόρτας, ώστε να μας αφήσουν να περάσουμε. Τώρα που οι «φουσκωτοί» σκότωσαν, τώρα θυμηθήκαμε πόσο πολύ τους αντιπαθούμε, πόσο δεν τους αποδεχόμαστε. Οταν, κάθε φορά που θέλαμε να πιούμε ένα ποτό, να βγούμε και να διασκεδάσουμε σκότωναν την αξιοπρέπειά μας με τη συμπεριφορά τους – αναγκάζοντάς μας να συνωστιζόμαστε μπροστά τους σαν τα πρόβατα με την ελπίδα ότι θα ήμασταν οι εκλεκτοί τους – δεν καταλαβαίναμε τίποτε. Δεν καταλαβαίναμε, κυρίως, ότι η δική μας ανοχή επέτρεπε σε αυτούς τους νταήδες να υπάρχουν, να κάνουν κουμάντο στη διασκέδασή μας, να μας συμπεριφέρονται λες και είμαστε ζώα. Ετσι τους μάθαμε να μας συμπεριφέρονται, έτσι μας συμπεριφέρονται και ιδού τα αποτελέσματα. Δεν το περιμέναμε; Τόσο αθώοι είμαστε! ΄Η τόσο υποκριτές;
 
Δεν είναι η πρώτη φορά που οι μπράβοι (δεν αναφέρομαι σε εκπαιδευμένους επαγγελματίες σεκιούριτι, αλλά σε ανεκπαίδευτα, αιμοδιψή και ανεγκέφαλα γομάρια) δέρνουν παιδιά που βγήκαν για να διασκεδάσουν, όπως πολύ καλά γνωρίζουν όσοι έχουν περάσει μερικά έστω από τα βράδια της ζωής τους σε ξενυχτάδικα. Αρκετοί έχουμε γίνει αυτόπτες μάρτυρες μιας τέτοιας σκηνής. Κάποιοι δεν το κράτησαν κρυφό: και η Αστυνομία εκλήθη και καταγγελίες έγιναν και στα δικαστήρια έφτασαν οι υποθέσεις. Ποιο το αποτέλεσμα; Οι φουσκωτοί εξακολουθούν να βασιλεύουν, να δέρνουν, κάποιοι και να σκοτώνουν, όπως φάνηκε από το τραγικό περιστατικό της Μυκόνου. Και τώρα, βγαίνουν υπουργοί και καταγγέλλουν το φαινόμενο. Διότι ούτε εκείνοι το γνώριζαν... (Το άλλο με τον Τοτό το ξέρετε;). Βγαίνουν και οι κάτοικοι της Μυκόνου και κάνουν σιωπηλή διαμαρτυρία. Αφού ξεπούλησαν τη γη τους, μετατρέποντάς την σε κέντρο της παγκόσμιας ξεφτιλοδιασκέδασης, τώρα δεν θέλουν τους μπράβους, στους οποίους οι ίδιοι έδωσαν λόγο ύπαρξης.
 
Υπάρχουν βεβαίως και οι Μυκονιάτες που εδώ και χρόνια τραβάνε τα μαλλιά τους με την κατάντια του νησιού τους και που φωνάζουν, αγωνίζονται για να ακουστεί η φωνή τους (μάταια τις περισσότερες φορές). Είναι επομένως άδικο να τους βάζουμε όλους στο ίδιο σακί. Το έγκλημα, όμως, είναι έγκλημα. Και έγινε στον τόπο τους. Ας πούμε τυχαία. Θα μπορούσε να έχει γίνει κάπου αλλού, σε κάποια άλλη περιοχή της Ελλάδας. Οι μπράβοι δεν είναι αποκλειστικά μυκονιάτικο φαινόμενο. Δεν είναι μελτέμι καλοκαιρινό που ξεσπά στη συγκεκριμένη περιοχή, αλλά τσουνάμι (αλητείας και βίας) που απλώνεται σε όλη τη χώρα. Απλώς, στη Μύκονο, λόγω της γενικής τουριστικής (παρ)ακμής, οι πιθανότητες να συμβεί αυτό που συνέβη ήταν κάπως πιο αυξημένες, όχι; Οπως κι αν έχει, ό,τι κι αν λέμε, όσο κι αν φιλοσοφούμε, ένα παιδί είναι νεκρό. Και η κατάσταση με τους ετοιμοπόλεμους μπράβους εξακολουθεί να είναι κάτι παραπάνω από αισχρή. Πρόκειται για κοινωνική (και πολιτική) κατάντια. Μια κατάντια που πολύ φοβάμαι ότι δεν θα έχει τέλος, καθώς στην Ελλάδα ζούμε: Αν σήμερα φωνάζουμε και διαμαρτυρόμαστε, αν σήμερα φρίττουμε με αυτά που συμβαίνουν στη φιλόξενη (;) χώρα μας, πολύ γρήγορα όλα θα ξεχαστούν. Ως τη στιγμή που θα προκύψει ένα νέο θύμα. Ή αυτή τη φορά το κράτος θα πάρει πράγματι τα απαραίτητα μέτρα και θα πατάξει την αλητεία; Για να δούμε...
 
Βγήκε στα κανάλια και ο (τις παλιές, καλές εποχές) αιώνιος θαμώνας της Μυκόνου, ο Ζάχος Χατζηφωτίου, για να κατηγορήσει εκείνους που την κατέστρεψαν. Και για να νοσταλγήσει τις εποχές που οι ορκισμένοι θαμώνες της γλεντούσαν... αγνά και πολιτισμένα και αθώα. Ποιοι, όμως, έδωσαν το έναυσμα να μετατραπεί το νησί σε ένα τεράστιο λούνα παρκ ευτέλειας και χυδαιότητας αν όχι (και) οι ζάπλουτοι φίλοι του, με τους οποίους περνούσε τα καλοκαίρια του; Οι μπράβοι τους δεν ήταν που φρόντιζαν για την ησυχία τους, που απομάκρυναν τους παπαράτσι και τον κάθε «ενοχλητικό», που τους άνοιγαν τον δρόμο ανάμεσα στα πλήθη, που οργάνωναν και περιφρουρούσαν τις privé διασκεδάσεις τους; ΄Η δεν είχαν μπράβους τότε; Διότι, αν πιστέψουμε τον κύριο Χατζηφωτίου, τα ιδανικά εκείνα χρόνια το μόνο που έλειπε από την Ψαρού ήταν η Τζούλι Άντριους, ως καλόγρια Μαρία από τη «Μελωδία της ευτυχίας» να διδάσκει τους λουόμενους «Doe, a deer, a female deer/ Ray, a drop of golden sun/ Me, a name I call myself/ Far, a long, long way to run...». Τέτοια αθωότητα! Και ύστερα... Υστερα ήρθαν οι μπράβοι! Μόνοι τους; Μάλλον τους ξέρασε το κύμα. ΄Η τους έφεραν τα μποφόρια. ΄Η τους άδειασε στην παραλία το κήτος που τους είχε καταπιεί στα ανοιχτά της παραλιακής – εκεί ανάμεσα σε Φάληρο και Βουλιαγμένη ευδοκιμεί και με το παραπάνω το είδος τους. Και οι αθώοι και αγνοί πλούσιοι εξοστρακίστηκαν από το νησί. Και η όλη η κατάσταση πήρε τον κατήφορο. Ενώ ως τότε είχε πάρει τον ανήφορο! Τι άλλο θα ακούσουμε ως το επόμενο ξυλοφόρτωμα;
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Το τέλος των νεόπλουτων
› 
Φανουρόπιτα, πάει με όλα
› 
Της γυναίκας η ζωή
› 
Μπρος γκρεμός και πίσω σκότος
› 
Περιμένοντας τον γιατρό
© ΙΣΤΟΣ 2020
Κοσμάς Βίδος
Ο Κοσμάς Βίδος γράφει και (όποτε μπορεί) ταξιδεύει.
« Bloggers