Φρεσκοπλυμένοι κουραμπιέδες
23.12.2010 
Περνώ δύσκολες ώρες: Στο σπίτι πλένουμε τους κουραμπιέδες, τρώμε τα μελομακάρονα αμέλωτα, προτιμάμε αντί για γουρουνόπουλο φιλέτο γαλοπούλας στον ατμό. Σερβιρισμένο σε εορταστικό πιάτο, με μπροσούρα από γκι, για να θυμόμαστε ότι έξω είναι γιορτή. Το συνοδεύουμε με σαλάτα από ωμό σπανάκι και τσιγαρισμένο μπέικον, μόνο που τώρα πια αφαιρούμε το μπέικον. Επιπλέον, δεν βάζουμε το κρητικό λάδι της Κλαίρης με το λίτρο. Αγοράσαμε ένα από τα ψεκαστήρια «που σας επιτρέπουν να ελέγχετε την ακριβή ποσότητα των υγρών που χρησιμοποιείτε». Κάθε ψεκασμός είναι μία θερμίδα, έλεγαν οι οδηγίες. Τρεις ψεκασμοί στη σαλάτα, τρεις θερμίδες. Για παπάρα ούτε λόγος: Έχουμε κόψει το ψωμί. Τι πίνουμε με το... εορταστικό δείπνο μας; Νερό. Ειδικό νερό, από τα Πυρηναία, που διαλύει τα λίπη.

Αυτό είναι το ζητούμενο: Να διαλυθούν προτού καν σχηματιστούν τα λίπη της θείας Ιουλίας. Και της κόρης της και εξαδέλφης μου, καθώς η... ευρεία περιφέρεια είναι κληρονομική. Εγώ μπορεί να μην την κληρονόμησα, παραμένω όμως ο τελευταίος που έχει λόγο στη μητριαρχική – εν προκειμένω... θειαρχική – οικογένειά μας. Μάνα και κόρη αποφάσισαν ότι φέτος δεν θα πάθουν ό,τι τις προηγούμενες εορταστικές περιόδους, οπότε, με το που «έκλειναν» οι αργίες, έτρεχαν στη μοδίστρα για να «ανοίξουν» παντελόνια και φούστες μπας και ξαναχωρέσουν μέσα τους. Διάβασαν και τη συνέντευξη της δόκτορος Τζέσικα Γκράβιγκτον-Χβοστσβανόφσκι, που έχει κάνει όλες τις επώνυμες αόρατες από την αδυναμία, η οποία έκανε λόγο για «χαρούμενες γιορτές χωρίς περιττά κιλά» και το αποφάσισαν: Αφού δεν έπρεπε να παχύνουν αυτές, δεν θα πάχαινα ούτε εγώ. Έτσι ξεκίνησε το χρονικό της πείνας. Πείνας, που λέει ο λόγος...

Γιατί μπορεί να απαγόρευσαν τα πάντα, επειδή όμως δεν μπορούν χωρίς γλυκό επιτρέπουν τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα «υπό προϋποθέσεις», κατά τη φράου Τζούλια: Τα μεν μελομακάρονα τα έχουμε κάνει ειδική παραγγελία ώστε να είναι παρασκευασμένα από αλεύρι ολικής αλέσεως, ελάχιστη ακατέργαστη ζάχαρη και να μην έχουν μελωθεί. Τους δε κουραμπιέδες τούς προτιμάμε χωρίς βούτυρο και άχνη. Και όταν τόλμησα να διαμαρτυρηθώ ότι «κουραμπιές που δεν μυρίζει βούτυρο δεν είναι κουραμπιές» δέχτηκα τέτοια επίθεση για «τα δικαιώματα της αγελάδας που δεν πρέπει να τα καταπατούμε πασπατεύοντας βάναυσα τα μαστάρια της» ώστε δεν ξαναμίλησα – πάντως για τα δικαιώματα της γαλοπούλας στον ατμό δεν έγινε κουβέντα... Μόνο καταβρόχθισα με βουλιμία μερικούς κουραμπιέδες με την άχνη τους, προτού βάλει η θεία ολόκληρο το κουτί κάτω από τη βρύση και πιάσει το Scotcs bright. Ναι, τους τρίβει κιόλας.

Ήταν να μη γίνει η αρχή. Ξαφνικά, οτιδήποτε έχει ζάχαρη (γλυκά κουταλιού, τσουρέκια, κέικ...) η θεία τα πλένει θεωρώντας ότι έτσι διώχνει τα κακά πνεύματα. «Αλλιώς θα χάσουμε όλα μας τα δόντια!». Εννοείται ότι δεν τόλμησα να της θυμίσω πως φοράει τεχνητή οδοντοστοιχία, γιατί μπορεί να την εκνευρίσω και εκτός από νερό να αρχίσει να περνάει τους κουραμπιέδες και με χλωρίνη, για απολύμανση. Γεύση απολυμαντικού είχαν και τα «υπέροχα γλυκάκια» που έφερε η εξαδέλφη μου από το μπακάλικο βιολογικών προϊόντων «Αύρα ζωής» για να με καλοπιάσει «που συμπαρίστασαι στον αγώνα μας»: πανετόνε από αλεύρι φαγόπυρου και σιρόπι αγαύης, κρέμα σόγιας με κρουτόν ταχινιού, κρέπα από φύκια. Χίλιες φορές ο πλυμένος κουραμπιές, και ας τον έχουν περάσει και τρία χέρια.

Το χειρότερο πάντως δεν είναι ότι οι δυνάστριές μου αποφάσισαν πως το 2011 πρέπει να τις βρει συλφίδες, αλλά ότι όλες οι θυσίες γίνονται για να ξαναπάρουν σε χρόνο μηδέν τα κιλά που θα χάσουν, συν μερικά επιπλέον. Ύστερα από λογιών-λογιών δίαιτες γνωρίζω ότι όσο και αν τον βουρτσίσεις τον κουραμπιέ, κουραμπιές μένει. Όπως ξέρω ότι τα περισσότερα υποκατάστατα φουσκώνουν περισσότερο από τα υπό διωγμόν παχυντικά προϊόντα. Γι' αυτό και δεν διαβάζω πλέον τα αφιερώματα α λα «πώς δεν θα παχύνετε τρώγοντας κατά τη διάρκεια των εορτών» και «πώς θα αδυνατίσετε μετά τις γιορτές χωρίς να πεινάτε». Δεν πιστεύω στην επιστημονική φαντασία.

Πιστεύω ότι η μοναδική λύση για να μην παχύνεις είναι να τρως λίγο. Μικρές μερίδες από όλα. Αλλά μικρές. Και όχι φαγητό πολύ αργά. «Το νησί» μπορείς να το δεις χωρίς πατατάκια και σοκοφρέτα, θεία μου. (Δεν καταλαβαίνω πού βρίσκει την όρεξη, με όλη αυτήν τη λέπρα γύρω της!). Επίσης, θεία μου, καλύτερα να τρως δύο κουραμπιέδες με όλη τους τη ζάχαρη, παρά ένα ολόκληρο κιλό πλυμένο. Δεν ακούει. Και αύριο που θα ζυγιστεί θα αναρωτιέται: «Τι με παχαίνει ενώ δεν τρώω;». Και θα κατηγορεί το νερό των Πυρηναίων για τα... λιπαρά του.
Να μην αποκαλύψω τι άλλο κάνει: Τους δικούς της κουραμπιέδες τους ξεπλένει με λικέρ μαστίχας, επειδή «η μαστίχα μαλακώνει το στομάχι». Τάχα μου για λόγους υγείας... Η οποία μαστίχα, παρεμπιπτόντως, ταιριάζει πολύ στον κουραμπιέ. Το ξέρω, αλλά κρατιέμαι. Γιατί και σε αυτές τις γιορτές όποιος κρατηθεί και δεν καταπιεί ολόκληρη τη βασιλόπιτα κερδίζει. Εκτός αν φέτος, που είμαστε πιο πιεσμένοι από κάθε άλλη χρονιά, το ρίξουμε στην ομοιοπαθητική: Όσο περισσότερο πεινάμε τόσο περισσότερο τρώμε. Κάποιοι έχουν βαλθεί να μας σκάσουν; Εμείς επιλέγουμε να σκάσουμε χορτασμένοι. Λέω τώρα... Γιατί, όσο και να μας παιδεύει, η ζωή είναι ωραία. Και γίνεται ακόμη πιο ωραία γύρω από ένα καλοστρωμένο τραπέζι, με όλους τους φίλους να απολαμβάνουν τους κουραμπιέδες βουτύρου (άπλυτους), τα καλομελωμένα μελομακάρονα, τις δίπλες με το καρύδι. Κάτι τέτοια γράφω και μου ανοίγει η όρεξη... (Καλώς μου ανοίγει! Γιατί το φαγητό είναι κοινωνική απόλαυση, επικοινωνία, δημιουργικότητα. Αφού στερούμεθα τόσα άλλα, δεν είναι καιρός για λάιφσταϊλ απαγορεύσεις και περιττές εγκράτειες. Να πιάσει, βρε παιδί, τόπο και όλη η τηλεμαγειρική που υφιστάμεθα!)

 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Μια ζωή πληρώνω
› 
Το νορβηγικό μοντέλο
› 
Οι Έλληνες του δρόμου
› 
Κάλπες ή αποχή;
› 
Οκτώβρης της τρίχας
© ΙΣΤΟΣ 2020
Κοσμάς Βίδος
Ο Κοσμάς Βίδος γράφει και (όποτε μπορεί) ταξιδεύει.
« Bloggers