Γιατί «μένουμε Ελλάδα»;
21.7.2011 
Πολύ θα το ήθελα, δεν θα συμφωνήσω όμως με εκείνους που βγαίνουν στα δελτία ειδήσεων και κάνουν λόγο για πτώση των τιμών στα εν Ελλάδι θέρετρα, παρουσιάζοντας κάτι δήθεν δελεαστικές προσφορές που, στην πραγματικότητα, επιβεβαιώνουν τον κανόνα: ότι στην Ελλάδα θάλασσα και ήλιος είναι προϊόντα υπερτιμημένα. Αυτό, τη στιγμή που η παροχή τουριστικών υπηρεσιών παραμένει στις περισσότερες περιπτώσεις το αδύνατο χαρτί μιας χώρας που θα μπορούσε να ζει επενδύοντας αποκλειστικά στον τουρισμό. Επενδύοντας με σοβαρότητα και συνέπεια, πράγμα που εδώ, σε μεγάλο βαθμό, δεν γίνεται. Πόσο σοβαρό είναι, για παράδειγμα, ένα ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων (δηλαδή 180 ευρώ και βάλε για το δίκλινο) το οποίο, για να μην πληρώνει διπλή βάρδια ναυαγοσώστη, λειτουργεί την πισίνα του μόνο από τις 11.00 π.μ. και μετά; Που στο πρωινό του όχι μόνο δεν σερβίρει φυσικό χυμό, αλλά και βγάζει το κέικ κομμένο σε μέγεθος… καραμέλας, σε μια απερίγραπτη επίδειξη τσιγγουνιάς και μιζέριας; Που, αν παραγγείλεις καφέ από το μπαρ του, σ’ τον φέρνουν μέσα σε πλαστικό ποτήρι; Που η τηλεόρασή του πιάνει με το ζόρι πέντε κανάλια; Που το «ανοιχτό 10.00-21.00» γυμναστήριό του είναι τις περισσότερες ώρες κλειδωμένο, καθώς «η υπεύθυνη σήμερα έχει κάποιες άλλες υποχρεώσεις;». Και που, την εποχή του ασύρματου Internet, επιμένει στη σύνδεση με καλώδια «όταν και αν υπάρχουν διαθέσιμα»; Αυτό απάντησε η ρεσεψιονίστ σε φίλους που ζήτησαν να τσεκάρουν το e-mail τους. 
 
Αν τέτοια φάλτσα τα κάνουν οι ναυαρχίδες του τουριστικού εκσυγχρονισμού της χώρας, τότε τι απαιτήσεις να έχεις από τα ενοικιαζόμενα δωμάτια των 60, 70, 80 ευρώ, που σε υποδέχονται με τη σφουγγαρίστρα πίσω από την πόρτα του μπάνιου, για να καθαρίζεις μόνος σου; (Και να λες και ευχαριστώ αν έχουν προνοήσει να αφήσουν χλωρίνη και γάντια ώστε να μην τα πληρώνεις από την τσέπη σου…) Που τα πολυκαιρισμένα σεντόνια τους έχουν τρύπες και οι μαξιλαροθήκες τους κιτρινίλες από τον ιδρώτα των δεκάδων επισκεπτών που έχουν προηγηθεί; Που, αν ζητήσεις πρωινό, σε στέλνουν «ευθεία, μετά την εκκλησία αριστερά και στη μεγάλη βρύση δεξιά και πάνω, όλα τα σκαλιά ως το τέρμα», δηλαδή στην πλατεία του χωριού για (ετοιματζίδικη) τυρόπιτα; Είναι το θέμα το πρωινού ένα από τα μελανά σημεία του εν Ελλάδι τουρισμού: για να το έχεις (το σωστό, όχι τις συσκευασμένες, πλαστικές μαρμελαδίτσες και τα εκ Γερμανίας τυποποιημένα βουτυράκια) πρέπει τις περισσότερες φορές να το πληρώσεις χρυσό σε κάτι πανσιόν με αέρα όχι Αιγαίου αλλά Παρισίων. Οι οποίες πλασάρουν τη μαρμελάδα της γιαγιάς ως συνταγή υψηλής μαγειρικής του Ζαν-Λουί Καψαλάς. Αλλιώς, καλά θα κάνεις να έχεις μαζί σου φακελάκια νεσκαφέ, σέικερ και πτι-μπερ. Ετοιμάζεις μόνος το πρωινό σου, το σερβίρεις στο πλαστικό τραπεζάκι του γύφτου (άλλη μάστιγα των εν Ελλάδι καταλυμάτων) και… «ζελέ, σακ-βουαγιάζ, πλαζ τυρκούαζ, λεσόν τσαμπέ», όπως λέει και ο φοβερός και τρομερός ξενοδόχος στη διαφήμιση της Cosmote. 
 
Ωστόσο, τις από προβληματικές ως κάκιστες τουριστικές υπηρεσίες που εξακολουθεί να παρέχει η χώρα βγαίνουν και πάλι και τις παρουσιάζουν ως υπέρτατη προσφορά της Ελλάδας προς τους παραθεριστές που βρίσκουν εδώ τον απόλυτο παράδεισο. Έναν καταχρεωμένο και παρηκμασμένο Παράδεισο, ο οποίος μας χρεώνει πολύ περισσότερα από εκείνα που μας προσφέρει. Αυτό συμπεραίνω από τις πρώτες εντυπώσεις εκείνων που ξεκίνησαν τις διακοπές τους: ανθρώπων που πλήρωσαν 120 ευρώ για ένα κάτω του μετρίου δωμάτιο στη Μήλο, στην Πάρο, στη Σαντορίνη, τη στιγμή που με τα ίδια (και με λιγότερα) χρήματα μένεις σε συμπαθέστατα ξενοδοχεία (με παροχές που σπανίζουν στην Ελλάδα) στο κέντρο του Βερολίνου, του Μονάχου, της Μαδρίτης. Οταν σε Σκωτία, Νορβηγία, Σουηδία (για να αναφερθώ σε τρεις από τις ακριβότερες γειτονιές της Ευρώπης) βρίσκεις εξαιρετικά bed and breakfast με 80, το πολύ 100, ευρώ για τα δύο άτομα. 
 
Δεν είναι όμως μόνο τα χρήματα, είναι και ο τρόπος. Ξενοδοχείο στο κέντρο της Κωνσταντινούπολης, με θέα από τη μία στην Αγία Σοφία και από την άλλη στον Βόσπορο, για το οποίο πληρώνεις 105 ευρώ (το ζευγάρι) με πρωινό, όχι μόνο σε υποδέχεται προσφέροντάς σου δωρεάν το εμφιαλωμένο νερό του μίνι μπαρ αλλά επιπλέον, κάθε απόγευμα, παραθέτει τσάι (πάλι δωρεάν) με βουτήματα, κέικ, κουλουράκια κτλ. στη ρεσεψιόν. Οι φίλοι που το επισκέφθηκαν θα το προτιμήσουν και την επόμενη φορά. Αντίστοιχο ελληνικό ξενοδοχείο, αρκετά πιο ακριβό, με θέα σε ένα χορταριασμένο οικόπεδο και τη θάλασσα στο βάθος, χρεώνει το νερό για μοχίτο και το τσάι για συλλεκτικό κονιάκ. Κατόπιν τούτου (και άλλων πολλών, τα οποία διαπίστωσα ύστερα από έρευνα αγοράς που έκανα τον τελευταίο μήνα) ομολογώ ότι όσο και αν θέλω να μείνω Ελλάδα, ειδικά εφέτος που η χώρα έχει ανάγκη και το τελευταίο ευρώ που βρέθηκε ξεχασμένο σε μια τσέπη μου, τελικά και πάλι να προτιμήσω για τις διακοπές μου μια άλλη χώρα. Κυρίως για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο: επειδή στα μέχρι σήμερα ταξίδια μου στο εξωτερικό πήρα ακριβώς ό,τι πλήρωσα, ενίοτε και περισσότερα. Εδώ έχω την αίσθηση ότι με πιάνουν κορόιδο. Και αν αυτό το λέω έτσι ωμά, δεν το κάνω με πρόθεση να προσβάλω τους λίγους επαγγελματίες που προσπαθούν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους (εννοείται ότι έχω συναντήσει και τέτοιους) αλλά τους πολλούς που νομίζουν ότι ο ήλιος και το απέραντο γαλάζιο θα είναι για πάντα το άλλοθι πίσω από το οποίο θα κρύβουν την ανεπάρκειά τους, την αδιαφορία τους, τη νεοελληνική βαριεστημάρα τους. Σήμερα, που τα χρήματα μου τα υπολογίζω περισσότερο από κάθε άλλη φορά, δεν θέλω να τους πληρώνω για να με εμπαίζουν. 
 
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Οι κλειδοκράτορες του Αυγούστου
› 
Μουσακάς με άρωμα ψαριού
› 
Περιμένοντας τον γιατρό
› 
Στο δικό μου Ισλαμαμπάντ
› 
Ηρέμησε, ρε, τι σου ζητάνε;
© ΙΣΤΟΣ 2020
Κοσμάς Βίδος
Ο Κοσμάς Βίδος γράφει και (όποτε μπορεί) ταξιδεύει.
« Bloggers