Το ιδανικό δώρο
11.12.2008 
Έφυγε έχοντας αφήσει πίσω της άφθονο υλικό για την παρούσα στήλη. Ο λόγος για τη νονά της εξαδέλφης μου. Η οποία όχι μόνο βρίσκεται ακόμη στη ζωή, σε βαθύ γήρας, αλλά και επιμένει «να είμαι εντάξει στις υποχρεώσεις μου, αλλιώς τι σου το έβαλα το λάδι;», όπως ισχυρίστηκε και πέρυσι το Πάσχα, οπότε είχε εμφανιστεί με λαμπάδα-πασχαλίτσα. «Δεν νομίζετε, βρε νονά, ότι είμαι λίγο μεγάλη για να κρατάω λαμπάδες και δη με πασχαλίτσες;» τη ρώτησε (υπαινικτικά) η σαράντα... βάλε βαφτιστήρα της. «Για εμένα θα είσαι πάντα το μικρό μου κοριτσάκι» απάντησε εκείνη. «Το μικρό σου κοριτσάκι, αλλά δεν της έχεις φέρει ποτέ και ένα ζευγάρι παπούτσια, που κατά παράδοση αγοράζουν οι νονές στα μικρά κοριτσάκια» της πέταξε η θεία Ιουλία που ποτέ δεν τη χώνεψε – όπως και όλες τις συνομήλικές της σε απόσταση πεντακοσίων χιλιομέτρων γύρω από το σπίτι μας – αλλά και που δεν έχανε ευκαιρία να την προγκίξει για την παροιμιώδη τσιγκουνιά της. «Μα, να φέρω παπούτσια σε κοτζάμ γαϊδούρα;» αντέδρασε αυθόρμητα η νονά, για να συμπληρώσει ενοχικά: «Δεν εννοούσα εσένα, κοριτσάκι μου». «Ποια εννοούσες;» συνέχισε τον πόλεμο η θεία. «Δεν τα αφήνουμε αυτά;» παρενέβη η γαϊδούρα εξαδέλφη μου για να μην ανάψουν ακόμη περισσότερο τα αίματα και συμπλήρωσε: «Σε ευχαριστώ πολύ, νονά, και για τη λαμπάδα και που ποτέ δεν με ξεχνάς». «Για να πω την αλήθεια, θα προτιμούσα να μου είχε φέρει παπούτσια», μου εξομολογήθηκε όταν μείναμε μόνοι μας, «έχω δει κάτι Manolo Βlahnik!». «Μόνο αν ήταν νονά σου η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ θα είχες την ελπίδα να δεις τέτοιο δώρο, αν και συνήθως εκείνες που “τα έχουν” είναι πιο τσιγκούνες από εκείνες που δεν “τα έχουν”». «Πιο τσιγκούνες και από τη δικιά μου τη νονά; Αποκλείεται. Από τότε που με βάφτισε, κάθε Πάσχα μού φέρνει μια λαμπάδα – την πιο φτηνή, υποθέτω – και κάθε Χριστούγεννα ένα πλαστικό αγγελάκι για το δέντρο. Καταξοδεύεται».

 
Έτσι και εφέτος, η γηραιά νονά εμφανίστηκε με – δεν θα το βρείτε! – «ένα αγγελάκι για το δέντρο σου, χρυσό μου». «Αχ! Ωραία, να έχουν παρέα τα άλλα σαράντα επτά αγγελάκια που μαζεύτηκαν από τις περασμένες επισκέψεις σου» της επιτέθηκε με το που την κέρασε το (παραδοσιακά μπαγιάτικο) φοντάν του καλωσορίσματος («κάστανα γλασέ τρως, καλή μου;», «όχι, καλή μου», «κρίμα, καλή μου, μόνο αυτά έχω. Φάε!») η θεία Ιουλία. «Σαράντα επτά είναι;» ρώτησε σχεδόν υπερήφανη η νονά. «Και ένα το εφετινό, σαράντα οκτώ, όσα χρόνια έχει το παιδί μου – περίπου». «Μαμά, δεν είμαι σαράντα οκτώ χρόνων!» αντέδρασε η εξαδέλφη μου (που περνάει καραμπινάτη κρίση ηλικίας). «Φυσικά και όχι, πουλάκι μου, είσαι σαράντα εννιά χρόνων, αλλά τα Χριστούγεννα του 1975 η νονά είχε κάνει εγχείρηση χολής και δεν είχε φέρει το καθιερωμένο αγγελάκι της, οπότε έχουμε μόνο σαράντα επτά συν ένα το εφετινό...». Δεν θυμάται τι φάγαμε το μεσημέρι, θυμάται όμως πότε η κόρη της είχε μείνει χωρίς αγγελάκι. Όπως και να έχει, φέτος και αγγελάκι ολοκαίνουργιο διαθέτει και στο δέντρο το στόλισε παρέα με μερικά όμοιά του, τα αγγελάκια που διασώθηκαν από την τελευταία μετακόμιση, κατά την οποία η θεία Ιουλία είχε πετάξει «όλο το παρελθόν μου, γιατί πιάνει τόπο και με βαραίνει και ο γιατρός είπε να πετάω από πάνω μου τα βάρη». «Σφιχτή» ή όχι, η νονά της τη θυμάται την εξαδέλφη μου. Σε αντίθεση με άλλες νονές και νονούς που ειδικεύονται στο να ξεχνάνε τα βαφτιστήρια τους. Ανάμεσά τους κι εγώ, από τους πιο ασυνεπείς αναδόχους από καταβολής βαφτίσεων. Και δεν καμαρώνω για αυτό...

 
Μετανιώνω που δεν ήμουν πιο συνεπής. Γιατί «τα δώρα είναι για τα παιδιά», όπως λέει και η θεία Ιουλία – για να δικαιολογηθεί που έχει να μου κάνει δώρο από τότε που πήρα το Lower, τριάντα χρόνια πίσω. Τα δώρα είναι πράγματι για τα παιδιά. Και για να θυμούνται τα παιδιά που έγιναν μεγάλοι. Όσο... γινώνομαι τόσο πιο ζωντανές επανέρχονται οι αναμνήσεις από ένα ποδηλατάκι με τρεις ρόδες που βρέθηκε ξαφνικά παρκαρισμένο μπροστά στο δωμάτιό μου, από μια ογκώδη και εντυπωσιακά εικονογραφημένη «Βίβλο για παιδιά» που έγινε το πιο αγαπημένο βιβλίο μου, από ένα τρενάκι που κάναμε πάνω από τρεις ώρες να το συναρμολογήσουμε, για να διαπιστώσουμε, όταν πήγαμε να το βάλουμε μπροστά και να απολαύσουμε το πηγαινέλα του, ότι (από λάθος) η ατμομηχανή δεν είχε ρόδες – την αντικαταστήσαμε. Θυμάμαι και κάτι άλλο, απίστευτα τραυματικό. Περίμενα να βρω το δώρο του Αϊ-Βασίλη στο κρεβάτι μου, το πρωί που θα ξυπνούσα. Είχα ζητήσει μια μελόντικα – ήταν πολύ της μόδας τότε το εν λόγω πνευστό. Την οποία οι γονείς μου είχαν αγοράσει, τυλίξει εορταστικά και βάλει στο μαξιλάρι μου ενώ εγώ βρισκόμουν στην αγκαλιά του Μορφέα. Έλα όμως που κατά τη διάρκεια της νύχτας το λεπτό κουτί γλίστρησε στο κενό ανάμεσα στο κρεβάτι και στον τοίχο και έπεσε στο πάτωμα! Με αποτέλεσμα, το πρωί που άνοιξα τα μάτια μου, να μη βρω κανένα δώρο. Αυτό τη στιγμή που η άσπλαχνη αδελφή μου έβγαζε πανηγυρικές ιαχές από το παρακείμενο κρεβάτι, ανοίγοντας το δικό της πακέτο με κάτι σαν κούκλα να ξεπροβάλει υποθέτω, δεν θυμάμαι καλά. Ακόμη όμως θυμάμαι το παράπονό μου, το σπαρακτικό κλάμα μου, την απορία των γονιών μου για το τι μπορεί να έγινε το δώρο που με τα ίδια τους τα χέρια είχαν ακουμπήσει στο πλευρό μου αλλά και την ανακούφισή τους – και τη δική μου – όταν το βρήκαν και μου το έδωσαν. Όπως θυμάμαι ότι λίγο μετά, όταν με τη μελόντικα στο χέρι μπήκα στην κουζίνα για το πρωινό γάλα μου, με περίμεναν η γιαγιά και ο παππούς για να μου πουν ότι από την καμινάδα μπήκε άλλος ένας Αϊ-Βασίλης και να μου δώσουν και τα δικά τους δώρα.

 
Αν πίστευα ότι μελόντικες, βιβλία, αυτοκινητάκια και «Φωτεινούς παντογνώστες» (το επιτραπέζιο παιχνίδι-εγκυκλοπαίδεια που «μόρφωσε» τη γενιά μου) τα έφερνε πράγματι ο Αϊ-Βασίλης; Δεν νομίζω. Δεν μπορώ όμως και να πω με σιγουριά όχι. Πάντως, όποιος και αν έκανε τον κόπο, οι γιορτές για αυτά τα δώρα άξιζαν. Και για κάτι επισκέψεις στις παιδικές παραστάσεις της Ξένιας Καλογεροπούλου. Και για κάτι συναντήσεις με τα εξαδέλφια μου, για μαξιλαροπόλεμο, για να ανταλλάξουμε κάρτες με μοντέλα αυτοκινήτων, αεροσκαφών κτλ. και για να τσακωθούμε τόσο ώστε να μη θέλουμε να δει ο ένας τον άλλο ως τα επόμενα Χριστούγεννα. Αυτές οι εικόνες επανέρχονται στη μνήμη μου τώρα που (λόγω ηλικίας) τα δώρα ελαττώθηκαν δραματικά και που τα εξαδέλφια μου έκαναν τις δικές τους οικογένειες και δεν έχουν καιρό για μαξιλαροπόλεμο. Και θεωρώ αυτές τις αναμνήσεις ως τα καλύτερα δώρα προς τον εαυτό μου, για τις γιορτές. Και τις εφετινές και τις επόμενες και όλες όσες θα έρθουν στο μέλλον. Το ευτυχισμένο παρελθόν, έτσι όπως «επανέρχεται» κάτι τέτοιες μέρες, είναι το καλύτερο δώρο για τον άνθρωπο που μεγαλώνει. Χαίρομαι που το έζησα και μπορώ να το ανακαλώ, ξαναζώντας το – έστω για λίγο – μαζί με εκείνους που έφυγαν...
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Ο τζάμπας ζει
› 
Μια αισιόδοξη πόλη
› 
Η εφεδρεία της γιαγιάς
› 
Η Τζούλια στο ναυτικό
› 
Για την αγάπη του κινέζου
© ΙΣΤΟΣ 2021
Κοσμάς Βίδος
Ο Κοσμάς Βίδος γράφει και (όποτε μπορεί) ταξιδεύει.
« Bloggers