Το τελευταίο μας τσιγάρο
2.7.2009 
Έκανα άπειρες προσπάθειες για να κόψω το τσιγάρο, ως τη στιγμή που το πέτυχα. Από τότε έχουν περάσει επτά χρόνια και έχω αποκτήσει όλες τις ιδιοτροπίες των αντικαπνιστών, τις οποίες άλλοτε χαρακτήριζα δείγματα υστερίας: με ενοχλούν τα ποτισμένα με νικοτίνη σαλόνια, ρούχα, χνότα· μπορεί ένας θεριακλής στο διπλανό τραπέζι κάποιου εστιατορίου να μου χαλάσει τη βραδιά με τις αναθυμιάσεις του· γίνομαι έξαλλος με τους ταξιτζήδες που ανάβουν τσιγάρο χωρίς προηγουμένως να ρωτήσουν αν με ενοχλεί ο καπνός. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι θεωρώ την αντικαπνιστική υστερία που εισάγεται και στην Ελλάδα λογική. Όπου ο καπνιστής κηρύσσεται persona non grata, ενώ τα τσιγάρα εξακολουθούν να πωλούνται ελεύθερα και να φέρνουν παραδάκι στα κρατικά ταμεία. Και όπου καθένας από εμάς καλείται να συμμετάσχει ως κομπάρσος σε ένα θέατρο παραλόγου στο οποίο μπορείς να αγοράζεις το «φαρμάκι» με τις ευλογίες των κυβερνώντων, αλλά θεωρείσαι κατάπτυστος αν το κάνεις. Χαίρομαι που πρόλαβα να το κόψω και που δεν θα πάρω μέρος στο εργάκι.
 
 
Εκείνες όμως που δεν χαίρονται καθόλου είναι η εξαδέλφη μου (τρία πακέτα την ημέρα) και η θεία Ιουλία (ένα τσιγάρο την εβδομάδα, κάθε Κυριακή, οπότε συναντάει «τα κορίτσια» για φραπουτσίνο – κάθε φορά που τον παραγγέλνει γίνεται κόκκινη από την ντροπή της, αλλά επιμένει). Και καλά, την απόγνωση της εθισμένης εξαδέλφης την καταλαβαίνω: από τη στιγμή που τα πνευμόνια της δεν αναγνωρίζουν πλέον το οξυγόνο, παρά έχουν απόλυτη ανάγκη τον καπνό για να λειτουργήσουν, είναι λογικό να αντιμετωπίζει την 1η Ιουλίου, οπότε απαγορεύεται το κάπνισμα στους δημόσιους χώρους (μην κάνετε ότι δεν το θυμόσαστε), με τον ίδιο τρόμο που την αντιμετωπίζει η Λιάνα Κανέλλη. Η θεία μου όμως, με το ένα τσιγάρο στη χάση και στη φέξη, γιατί έχει παρανοήσει μπροστά στην αντικαπνιστική λαίλαπα που οσονούπω μας πλήττει; «Δεν καταλαβαίνεις!», μου εξηγεί, «είναι θέμα... πίστης και παράδοσης. Εδώ και 25 χρόνια, από τότε που έμεινε χήρα και η τελευταία από τις φίλες μου, το έχουμε καθιερώσει: κάθε Κυριακή, στις 11.00 το πρωί κουβέντα για τα παλιά, αναμνήσεις, συγκινήσεις, καφές και τσιγάρο. Πες ότι είναι η δική μας θεία λειτουργία». Και συνεχίζει χαμηλώνοντας τη φωνή της και κοιτώντας ενοχικά προς το εικονοστάσι, μην και την ακούσει η Αγία Τριάδα και την κεραυνοβολήσει: «Λειτουργία χωρίς θυμιάτισμα γίνεται; Ε, δεν γίνεται!».
 
 
Βεβαίως, το πρόβλημα της θείας λύνεται εύκολα: αντί να μαζεύεται με τις φίλες της στην καφετέρια, θα μαζεύονται «στο σπίτι της Φούλας που έχει και μηχανή για – συγγνώμη, παιδί μου – φραπουτσίνο». Πώς οι μουσουλμάνοι της Αθήνας έχουν φτιάξει αυτοσχέδιους χώρους προσευχής σε διαμερίσματα πολυκατοικιών ελλείψει τζαμιού; Έτσι και τα... κορίτσια θα «προσεύχονται» και θα «θυμιατίζουν» στη μνήμη των εκλιπόντων συζύγων τους, στην ιδιωτική τους «εκκλησία», «και άσε τον Αβραμόπουλο να κοπανιέται. Που εγώ, παρ’ ότι κομμουνίστρια όπως η Λιάνα, πολύ τον συμπαθούσα. Κάτι η βελούδινη φωνή, κάτι τα μπλέιζερ που ανέκαθεν μου άρεσαν... Τώρα όμως με έκανε εχθρό. Απέναντί του θα με βρει!».
 
 
Όπως και την εξαδέλφη μου. Ακόμη και κούκλα βουντού με τη μορφή του Δημήτρη Αβραμόπουλου (που του έτυχε του άμοιρου, ως υπουργού Υγείας, να κόψει στους Έλληνες το κάπνισμα) σκέφτεται να παραγγείλει από τη Βραζιλία. Βρήκε, μέσω Internet, «κάτι σαν εταιρεία, που της στέλνεις με e-mail τη φωτογραφία εκείνου που θέλεις να εκδικηθείς, στην κάνει κούκλα και σου δίνει μαζί και τις 20 “διαβασμένες” βελόνες που πρέπει να του μπήγεις». «Και το ομοίωμά του σε σαπούνι, με μερικές τρίχες του κολλημένες επάνω, κάνει την ίδια δουλειά» πετάγεται η θεία. «Πού να βρω τις τρίχες;». «Ρώτα τη Φιλιππινέζα της Κλαίρης. Όλες αυτές γνωρίζονται μεταξύ τους, σίγουρα θα γνωρίζει τη Φιλιππινέζα του Αβραμόπουλου και θα μπορεί να της ζητήσει ως εξυπηρέτηση λίγα μαλλιά από το μαξιλάρι του». «Δεν είναι άσχημη ιδέα...». «Παρανοήσατε;» μπαίνω στη μέση. «΄Η εμείς ή αυτός, που πάει να τα βάλει με τόσα εκατομμύρια αθώους!». «Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς», εξηγώ στη θεία, «είναι αναγκασμένος από την Ευρώπη να πάρει τέτοια μέτρα». «Από την Ευρώπη; Ποιος Ευρωπαίος το σκέφτηκε, να παραγγείλουμε και δική του κούκλα; Η αχώνευτη η Μέρκελ;». Τι σου φταίει η Μέρκελ; «Αυτή φταίει για όλα!» με κοιτάζει με μάτι δολοφονικό και η εξαδέλφη μου, η οποία για πρώτη φορά συμφωνεί σε όλα με τη μητέρα της και θεία μου, και στα λογικά και στα παράλογα. «Ξέρεις πολύ καλά ότι δεν φταίει η Μέρκελ» προσπαθώ να την επαναφέρω στα συγκαλά της. Δεν με ακούει. Ανάβει τσιγάρο έχοντας ξεχάσει ότι τα δύο προηγούμενα καίνε ακόμη στο τασάκι. Τραβάει λαίμαργα τις τζούρες και με βλέμμα κενό κοιτάζει προς την 1η Ιουλίου. «Άμοιρο παιδί μου, τι θα απογίνεις» ψελλίζει η θεία. «Αισθάνομαι ευτυχής που δεν καπνίζω» λέω για άλλη μια φορά. «Ξενέρωτε!» με κοιτάζει απαξιωτικά και στρέφεται προς την κόρη της: «Λοιπόν, για πες μου και άλλα για τα βουντού των Βραζιλιάνων...».
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Aπλοί και (κυρίως) γνήσιοι!
› 
Το τελευταίο μας τσιγάρο
› 
Το σύνδρομο του κουραμπιέ
› 
Να μην ξεχάσω…
› 
Η εφεδρεία της γιαγιάς
© ΙΣΤΟΣ 2021
Κοσμάς Βίδος
Ο Κοσμάς Βίδος γράφει και (όποτε μπορεί) ταξιδεύει.
« Bloggers