Όρσε κορόιδο!
6.8.2009 

Κάτι επιπλέον έσοδα που αφορούσαν μια παλαιότερη συνεργασία συσσωρεύτηκαν στη φορολογική μου δήλωση για το 2008. Αίφνης κατατάχθηκα στους προνομιούχους: σε εκείνους που τον φυσάνε τον παρά. Και που παρ' ότι έχουν ήδη φορολογηθεί εξοντωτικά καλούνται να αποδώσουν «έκτακτη εισφορά», συνεισφέροντας (μεγάλοι, μέγιστοι ευεργέτες!) στην επιχείρηση-σωτηρία της ελληνικής οικονομίας. Μαύρη θλίψη. Μέσα σε δέκα ημέρες έλαβα και το εκκαθαριστικό (που με καλούσε να πληρώσω ένα γενναίο ποσό) και το έντυπο για την καταβολή του επιπλέον φόρου. Επειδή ειδικά εφέτος το χαράτσι ήταν ιδιαίτερα υψηλό και με έτσουξε το έψαξα περισσότερο το πράγμα, σε αντίθεση με προηγούμενες χρονιές που απλώς πλήρωνα και φρόντιζα να το ξεχάσω. Αυτή τη φορά ούτε θέλω ούτε μπορώ να ξεχάσω, καθώς αισθάνομαι ότι με κλέβουν. Το ίδιο και πολλοί άλλοι ομοιοπαθείς, όπως φάνηκε από τις αντιδράσεις.


Με κλέβει, με ληστεύει, με αδικεί η κυβέρνηση. Γιατί; Επειδή είμαι νόμιμος και δεν κρύβω τα έσοδά μου όπως κάνουν χιλιάδες, πολύ πιο έξυπνοι από εμένα, συμπατριώτες μου. Επειδή δηλώνω στην εφορία και το τελευταίο ευρώ που εισπράττω ύστερα από πολλές ώρες κοπιαστικής δουλειάς. Δεν λέω κάτι καινούργιο: στην Ελλάδα της αδικίας τα σπασμένα τα πληρώνει ο νομιμόφρων. Εκείνος που παρανομεί έχει κέρδος και ενίοτε την αμέριστη συμπαράσταση και κάλυψη του κράτους. Όχι;


Εγώ πάλι, εκτός από ένα κράτος που παρ' ότι το σέβομαι δεν με σέβεται, παρά με βάζει να το χαρτζιλικώνω ξανά και ξανά χωρίς εκείνο να είναι συνεπές στις υποχρεώσεις του απέναντί μου, έχω και τη θεία Ιουλία. Η οποία, αντί να ανοίξει το πορτοφόλι της και να βοηθήσει την κατάσταση, κάθε φορά που με βλέπει με μουντζώνει. Με το «όρσε κορόιδο!» με καλημερίζει, με το «όρσε κορόιδο!» με καληνυχτίζει. Εμπλουτίζοντας τον ευγενή λόγο της με... παραβολές όπως: «Ο γιος της κυρίας Καραβάμπεη, που είναι γιατρός και μάλιστα μεγαλογιατρός, έχει έσοδα πάνω από 500.000 ευρώ τον χρόνο αλλά δηλώνει λιγότερο από 30.000 και παίρνει επιστροφή, όχι σαν εσένα!» ή «Μια φίλη της αδελφής της κυρίας Ασπασίας, ξέρεις, εκείνη που είχε παντρευτεί τον γυμνασιάρχη που κάηκε πρόπερσι στην Ανάσταση από τα βεγγαλικά έξω από τον Άγιο Αγάπιο, βοήθειά του, εκμεταλλεύεται και τα τέσσερα διαμερίσματα που της άφησε ο μακαρίτης χωρίς να κόβει απόδειξη στους ενοικιαστές της και έτσι γλιτώνει όλον τον φόρο, το ακούς; Το ακούω να λες!». «Δηλαδή μόνο ως φοροφυγά θα με παραδεχτείς;». «Μόνο ως φοροφυγάς θα επιβιώσεις! Αλλιώς θα σε πατάνε κάτω κάθε χρόνο, όπως έκαναν εφέτος, κορόιδο, ε κορόιδο!». Και έκλεισε την κουβέντα απονέμοντάς μου, για άλλη μία φορά, το παράσημο της ανοιχτής παλάμης.


Έχει άδικο; Ομολογώ ότι την επόμενη φορά που θα μου τύχει μια νέα δουλειά θα διαπραγματευτώ αλλιώς τον τρόπο πληρωμής μου. Ώστε να έχει αντίκρισμα ο κόπος μου. Διότι αν η φοροδιαφυγή είναι αδίκημα, αδίκημα είναι και η κλεψιά. Και εγώ, ο κατακλεμμένος της υπόθεσης, ο επιμένων, κόντρα στις συμβουλές πολλών φίλων να μη φοροδιαφεύγω επειδή θέλω (αφελώς) να είμαι τυπικά σωστός, αυτή τη στιγμή είμαι ο μα...ς της παρέας. Και έχω και το σόι το άπονο να με ψήνει. «Το χρήμα πολλοί εμίσησαν, το μαύρο χρήμα ουδείς» λέει με νόημα η θεία Ιουλία, η οποία, ως μια νέα μαμά Ντάλτον, με σπρώχνει όλο και πιο επίμονα στην παρανομία. «Μια κυβέρνηση που ληστεύει τον Πέτρο για να πληρώσει τον Παύλο μπορεί πάντα να υπολογίζει στην υποστήριξη του Παύλου» συμπληρώνει η εξαδέλφη μου, η οποία τελευταία διαβάζει μετά μανίας Τζορτζ Μπέρναντ Σο και μας βομβαρδίζει με τα (ευφυή, ομολογουμένως, όπως το προαναφερθέν) τσιτάτα του. «Δεν σου λέω να κάνεις υπερβολές, αλλά, να, μπορούσες τα μισά από τα έξτρα λεφτά που εισέπραξες να είχες κανονίσει να μη φαίνονται» μου λέει κοιτάζοντάς με με οίκτο ο έτερος εξάδελφος, ο οποίος όσο περισσότερα κερδίζει τόσο μεγαλύτερη επιστροφή έχει από την εφορία. Αυτός, βλέπετε, ανήκει στους ξύπνιους.


«Πώς τα καταφέρνεις;» τον ρωτάω. «Άλλα κόλπα!», ανάβει το τσιγάρο του με ύφος «άντρας της χρονιάς». «Αυτά είναι κόλπα!» πετάγεται πάλι η θεία και ενώ κοιτάζει εκείνον με έρωτα και εμένα με βδελυγμία συνεχίζει: «Μάθε, βρε παλικάρι μου, κανένα τέτοιο κόλπο και στο δικό μας το κωθώνι γιατί δεν το βλέπω καλά». Ότι και να λέει, το ξέρω, κατά βάθος με εκτιμάει για τη νομιμοφροσύνη μου. Ή όχι; «Ποτέ δεν εκτίμησα τους βλάκες!» με πυροβολεί εκ νέου. «Άλλο ένα τέτοιο και σε πάω στο γηροκομείο», τη γλυκοκοιτάζω με όλη μου την αγάπη, «στο δημόσιο γηροκομείο, σε ένα οποιοδήποτε ίδρυμα για άπορους, στο φτωχοκομείο, καθώς, όπως γνωρίζεις, εφέτος δεν μου περισσεύουν για να πληρώνω τα ιδιωτικά. Εκτός αν αναλάβεις εσύ τα έξοδά της, εξάδελφε, που έχεις περίσσευμα»... Γιατί κάποιος πρέπει πάντα να πληρώνει τη νύφη, τη θεία Ιουλία, τα σπασμένα, όπως θέλετε πείτε το.
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Aπλοί και (κυρίως) γνήσιοι!
› 
Το τελευταίο μας τσιγάρο
› 
Το σύνδρομο του κουραμπιέ
› 
Σινεμά ο Παράδεισος
› 
Η εφεδρεία της γιαγιάς
© ΙΣΤΟΣ 2021
Κοσμάς Βίδος
Ο Κοσμάς Βίδος γράφει και (όποτε μπορεί) ταξιδεύει.
« Bloggers