Τσιμέντο να γίνει;
29.10.2009 
Σάββατο βράδυ και ενώ πεζοπορούσα σε αθηναϊκό προάστιο, κοντά στο κέντρο, προς ένα φιλικό σπίτι, πέρασα από το προαύλιο μιας εκκλησίας. Όπου γινόταν γάμος. Πολυτελείας. Από εκείνους με τις παρκαρισμένες, καλογυαλισμένες κουρσάρες, τις φρεσκοεπισκευασμένες καλεσμένες, και τους μπουχτισμένους από καλοζωία συντρόφους τους με τις κοιλίτσες (και τις κοιλάρες) τα χρυσά μανικετόκουμπα και τα πούρα Αβάνας (και άλλων εξωτικών περιοχών), με τα ατσαλάκωτα, ντυμένα σαν τα τέκνα του πλοίαρχου Φον Τραπ («Η μελωδία της ευτυχίας») παιδιά τους και μερικές χαμογελαστές Φιλιππινέζες (το υπηρετικό προσωπικό πρέπει να συμμετέχει στη χαρά των αφεντικών) κάπου στο βάθος. Ένιωσα άβολα μέσα σε αυτή την υπερπαραγωγή, ντυμένος με την πιο παλιά μπλούζα μου, σορτς, αθλητικά παπούτσια και καταϊδρωμένος ύστερα από γρήγορο περπάτημα πέντε (και βάλε) χιλιομέτρων. Φόρεσα όμως το αξιοπρεπές ύφος μου και διέσχισα το απαστράπτον πλήθος. Ήταν η στιγμή που όλοι καμάρωναν τη νύφη και τον γαμπρό, καθισμένους στο γρασίδι ενώ το φλας του φωτογράφου έπαιρνε φωτιά – όλο και σε κάποια κόπια θα ανακαλύψουν έκπληκτοι κάποιον κλοσάρ με ξεχειλωμένο μακό να περνάει στο βάθος. Απομακρυνόμουν, ενώ πίσω μου ακολουθούσαν δύο από τους καλεσμένους.
 
Στην τρίχα ντυμένοι (και εκείνοι) κατευθύνονταν προς τις BMW τους, όπως διαπίστωσα, συζητώντας. Τα του ζεύγους τα προσπερνώ (πόσο αγαπημένο ήταν, πόσο ταιριαστό κλπ.), γρήγορα όμως η κουβέντα τους στράφηκε αλλού και τράβηξε την προσοχή μου (είμαι ωτακουστής γιατρέ μου, υπάρχει θεραπεία;): «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί λένε την Αθήνα τσιμεντούπολη» είπε ο ένας. «Έλα ντε» συγκατένευσε ο φίλος, συγγενής του, δεν ξέρω τι. Εγώ όπου πήγα είδα πράσινο. Στην Κηφισιά, στο Μαρούσι όπου μας φιλοξενούν, εδώ… Σου μιλάω για πολύ πράσινο! Είναι παράλογη όλη αυτή τη γκρίνια που διαβάζω για το μπετόν. Σε εμάς να έρθουν, στην Κατερίνη, για να δουν τι σημαίνει τσιμεντούπολη». «Έλα ντε! Και εμένα μου αρέσει πάρα πολύ η Αθήνα. Φχαριστιέσαι να την περπατάς. Ευχάριστη πόλη!» συμφώνησε ο άλλος. Τους προσπέρασα έκπληκτος με όσα είχαν ακούσει τα αφτιά μου.
 
Ώστε υπάρχουν και χειρότερα; Στην Κατερίνη δεν έχω πάει για να έχω εικόνα, δεν είχα όμως και κανένα λόγω να αμφισβητήσω τα λόγια των εκ Κατερίνης καλεσμένων στο Μυστήριο. Είναι, βεβαίως, μυστήριο το πώς εκλαμβάνει καθείς τα πράγματα. Υποθέτω ότι οι κύριοι της ιστορίας μας είχαν περάσει και από το κέντρο και δεν θεωρούσαν ότι Αθήνα ήταν όλη κι όλη η Κηφισιά – μακάρι να ήταν. Αν είχαν όντως περπατήσει στους δρόμους της, προς Αθηνάς μεριά και εξακολουθούσαν να θεωρούν ότι εμείς οι Αθηναίοι, ζούμε μέσα σε μια ζούγκλα… πολιτισμού και παραλογιζόμαστε όταν διαμαρτυρόμαστε, η κατάστασή τους κρίνεται ιδιαίτερα ανησυχητική.
 
Ενίοτε αισθάνομαι ότι και η δική μου κατάσταση είναι ανησυχητική. Όταν, λόγου χάρη, διαβάζω στον Τύπο πόσο γοητευτικοί είναι ορισμένοι δρόμοι της πόλης, εκείνοι που εγώ μπορώ να τους διασχίσω μόνο πιπιλώντας Lexotanil, για να γλιτώσω την κατάθλιψη. Όταν μου μιλάνε για τα κρυμμένα μυστικά της πρωτεύουσας τα οποία είναι, ως φαίνεται, τόσο καλά κρυμμένα που αποκλείεται να τα ανακαλύψω - και για άλλα τέτοια… ταμπλό βιβάν επιστημονικής φαντασίας.
 
 
Κάθε μάτι αντιλαμβάνεται τα πράγματα με τον δικό του τρόπο. Δεν μπορείς όμως να βλέπεις την άχαρη Λυρική Σκηνή της οδού Ακαδημίας και να θεωρείς ότι βρίσκεσαι μπροστά στην Όπερα των Παρισίων. Ούτε να συγκρίνεις το μίζερο ρυάκι, που κυλάει μαζί με τη θλίψη του στη μέση της πλατείας Μοναστηρακίου,  με τον Σηκουάνα. Μπορείς; Όπως κι αν έχει, είμαι περίεργος να επισκεφθώ την Κατερίνη. Για να διαπιστώσω με τα ίδια μου τα μάτια αν οι δύο κύριοι είχαν πράγματι δίκιο. Έχω, βεβαίως, ακούσει και Αγγλους, φίλους φίλων που επισκέπτονται κάθε χρόνο την Ελλάδα, να δηλώνουν κατηγορηματικά ότι θα έδιναν τη μισή ζωή τους για να ζουν στην Αθήνα και ότι την προτιμούν από τα Λονδίνα από τις κουκλίστικες (αλλά «χλωμές», ειδικά τον χειμώνα) κωμοπόλεις τους, στις οποίες εγώ θα ήθελα να εγκατασταθώ για πάντα. Περί ορέξεως… ΄Η, μάλλον, εκείνο που δεν έχεις επιθυμείς: Εγώ τη ζωή στην επαρχία, εκείνος που ζει στην επαρχία (και την έχει δει από την καλή αλλά και από την ανάποδη) την τρέλα της πόλης. Ο στερημένος από ήλιο Βορειοευρωπαίος το ανοιχτόκαρδο μεσογειακό κλίμα. Ο ταλαιπωρημένός από τη μεσογειακή ανοργανωσιά Έλληνας την άψογη κοινωνική οργάνωση της Βόρειας Ευρώπης. Ο άγαμος τον γάμο (ενίοτε) και ο παντρεμένος την αγαμία (με την πρώτη σημασία της λέξης). Όσο για εμένα, εξακολουθώ να περπατώ μέσα στα κρυμμένα μυστικά της Αθήνας και να τα ικετεύω να μου αποκαλυφθούν, ώστε να νιώσω καλύτερα που μου έλαχε να ζω εδώ. Μερικές φορές κάτι γίνεται. Στα στενά της Πλάκας, στη μεγάλη βόλτα από Θησείο προς Κεραμεικό… Τότε μοιάζει ωραία η πόλη. Πάντως καταπράσινη δεν μοιάζει. (Κάτι πρέπει να είχαν βάλει στα κουφέτα και οι καλεσμένοι στον γάμο είχαν παραισθήσεις...)
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Το τέλος των νεόπλουτων
› 
Φανουρόπιτα, πάει με όλα
› 
Της γυναίκας η ζωή
› 
Μπρος γκρεμός και πίσω σκότος
› 
Περιμένοντας τον γιατρό
© ΙΣΤΟΣ 2020
Κοσμάς Βίδος
Ο Κοσμάς Βίδος γράφει και (όποτε μπορεί) ταξιδεύει.
« Bloggers