Παίδες Ελλήνων...
3.12.2009 
Είναι κάτι παιδιά που, εκτός του ότι (όπως όλα δείχνουν) δεν θα γίνουν ποτέ άντρες, ευχαρίστως θα τα σκότωνα. Κάθονται στην είσοδο του σπιτιού μου και είναι πελάτες του Internet café που έχει ανοίξει απέναντι. Επειδή ο ιδιοκτήτης δεν επιτρέπει το κάπνισμα μέσα στον χώρο του, προτιμούν τα φιλόξενα σκαλοπάτια μου. Και δεν σηκώνονται από αυτά με τίποτα, αν δεν το ρουφήξουν ολόκληρο το τσιγάρο – είναι μετά βίας 13, 14 ετών. Με τα του εθισμού τους ας ασχοληθούν οι δικοί τους. Εμένα εκείνο που με βγάζει από τα ρούχα μου είναι η καφρίλα που αποπνέουν. Και όχι, δεν θα μπω στο παιχνιδάκι τού «από πού είναι». Είναι και Αλβανοί, και Ρουμάνοι, και Γεωργιανοί, και Έλληνες. Πολλοί Έλληνες, οι οποίοι μιλάνε ελληνικότατα. Αν και τη φωνούλα τους την ακούς μόνο όταν αλληλοβρίζονται – οχετοί τα στόματά τους. Ειδάλλως, δεν το ανοίγουν. Σωριασμένοι στα σκαλοπάτια, ντυμένοι με βρώμικα ρούχα, με το τσιγάρο (δεν γνωρίζω τι έχει μέσα) στο χέρι, κοιτάζουν με απλανές βλέμμα προς το τίποτε και πληκτρολογούν μηνύματα στα κινητά τους.


Πότε πότε σηκώνουν το κεφάλι, πετάνε ένα «μαλάκα!» στον απέναντί τους και ξαναπέφτουν στη νάρκη τους. Από την οποία δεν βγαίνουν ούτε όταν οι ένοικοι της πολυκατοικίας επιχειρούμε να μπούμε στα σπίτια μας φορτωμένοι με ψώνια – εκείνη τη στιγμή θέλω να τα σκοτώσω. Σε βλέπουν να πλησιάζεις – εκτός αν έχουν στραβωθεί από την εικοσιτετράωρη ενασχόλησή τους με τα videogames – και δεν... Δεν κουνιούνται. Παραμένουν ακίνητοι ώσπου να τους παρακαλέσεις: «Μπορώ να περάσω»; Τότε σηκώνουν το κεφάλι, σε κοιτάζουν ενοχλημένα και μετακινούν για δύο ως τρία εκατοστά τον δεξιό ή τον αριστερό γοφό τους – ανάλογα με τη θέση – ώστε να σου αφήσουν μερικά εκατοστά χώρο. Τέτοια γενναιοδωρία.


Και αν βγεις και μπεις μία φορά, έχει καλώς. Αν όμως τα ψώνια είναι μπόλικα και αναγκαστείς να κάνεις πολλά δρομολόγια, αρχίζεις να φοβάσαι, μήπως τα εκνευρίσεις και σου γυρίσουν καμία ξανάστροφη. Γιατί είναι και οξύθυμα τα μανάρια μου, όπως έχω διαπιστώσει από τις μεταξύ τους εντάσεις. Οι οποίες δεν γνωρίζουν ούτε ώρες κοινής ησυχίας ούτε τίποτα. Εντάσεις που δημιουργούνται όταν μαζί με το τσιγαράκι τους οι λεβέντες έχουν κατεβάσει και μερικές μπίρες ή βότκες. Τα άδεια μπουκάλια τα αφήνουν βεβαίως στην είσοδό μας, κάνοντας τη θεία Ιουλία έξαλλη. «Να τα μαζέψεις τώρα, βρωμόπαιδο!» επιτέθηκε τις προάλλες σε ένα από αυτά (από τα πιο... σεσημασμένα), για να πάρει πληρωμένη απάντηση: «Να τα μαζέψεις εσύ, βρωμόγρια!».


Ευτυχώς την πρόλαβα. Με τη σεφλέρα στο χέρι, την ώρα που ετοιμαζόταν να του τη ρίξει στο κεφάλι (είναι άσος στο σημάδι). Μία εβδομάδα έχει περάσει από το περιστατικό και ακόμη δεν την αφήνουμε να βγει στο μπαλκόνι, τρέμοντας τις συνέπειες που μπορεί να έχει η μανία της για εκδίκηση. Αν και κάποιος πρέπει να πάρει τον νόμο στα χέρια του και σε αυτή την υποβαθμισμένη γειτονιάς της Αθήνας. (Μήπως το κράτος;). Γιατί, ότι και να λέμε, αυτό το χαρμάνι εισαγόμενης και νεοελληνικής αλητείας έχει αρχίσει να εγκυμονεί κινδύνους. Οι περίεργες, χωρίς λόγο ύπαρξης, συμμορίες που έχουν φυτρώσει στους δρόμους μπορεί να είναι πολύ πιο επικίνδυνες απ' ότι νομίζουμε. Θα μείνουν, άραγε, μόνο στην αγένεια, στον σαματά που κάνουν και στη βρώμα που αφήνουν στο πέρασμά τους ή θα προχωρήσουν και στα χειρότερα; Πολύ φοβάμαι ότι τα χειρότερα δεν είναι πολύ μακριά. Τα παρατηρώ καθημερινά τα παιδιά που δεν ξέρουν τι να κάνουν την πλήξη τους και την ξοδεύουν βρίζοντας στους δρόμους και έχω αρχίσει να φοβάμαι. Αποπνέει ένταση, θυμό, βία η παρουσία τους.

 
«Εγώ δεν τους φοβάμαι» επιμένει η θεία Ιουλία και προτείνει διάφορες μεθόδους για να τους αντιμετωπίσουμε. Όπως, για παράδειγμα, «να τα περιχύσουμε με καυτό νερό!». «Μήπως με καυτό λάδι καλύτερα; Είναι πιο αποτελεσματικό» της αντιπροτείνω. «Λες;». «Τι λέω, βρε θεία; Πλάκα κάνω. Είναι δυνατόν να κάνουμε τα παιδιά τηγανητά;». (Κάτι τέτοιες παιδαγωγικές μεθόδους εφάρμοζε και στη δική μας ανατροφή...). Αν, βεβαίως, επιμένω να μην είμαι τόσο ακραίος όσο εκείνη, δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι οι επαναστάτες χωρίς αιτία που μοιάζουν να φυτρώνουν από το «Μίσος» του Ματιέ Κασοβίτς πληθαίνουν. Τους γονείς τους δεν βλέπω. Είναι τόσο απασχολημένοι στις δουλειές τους που δεν προφταίνουν να ασχοληθούν με τα βλαστάρια τους; ΄Η απλώς αδιαφορούν; Δεν μπορώ να το ξέρω. Υποπτεύομαι όμως ότι αυτό που σήμερα περιγράφω θα είναι ένα από τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσει στο μέλλον αυτή η πόλη. Και ότι, αν δεν έχουν εμφανιστεί ακόμη σε όλες τις γειτονιές τα αγρίμια, τα αγριμάκια που κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να εξημερώσει (κυρίως για το δικό τους καλό), θα γίνει και αυτό. Ότι δεν είχε η Αθήνα (σε σχέση με άλλες μεγαλουπόλεις) ήταν οι συμμορίες. Τώρα φαίνεται ότι θα τις αποκτήσουμε και αυτές. Και μετά, όταν ο ένας γίνει πολλοί, τι να σου κάνει μια σεφλέρα, θεία μου;
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Μια μαμά σαν την Πέιλιν
› 
Αναζητώντας τον (κανονικό) κεφτέ
› 
Η Τζούλια στο ναυτικό
› 
Το Αττικό Μπαγκλαντές
› 
Πανακότα με σουβλάκι
© ΙΣΤΟΣ 2020
Κοσμάς Βίδος
Ο Κοσμάς Βίδος γράφει και (όποτε μπορεί) ταξιδεύει.
« Bloggers