Όλα της πόλης δύσκολα
25.2.2010 
Θεωρώ ό,τι πιο δύσκολο στην Αθήνα να βρεις ταξί Παρασκευοσάββατο βράδυ. Είτε βρίσκεσαι στον δρόμο είτε έχεις επιλέξει την «αριστοκρατική» λύση του ραδιοταξί: «Η κλήση σας είναι σε αναμονή, παρακαλώ περιμένετε, η κλήση σας είναι σε αναμονή, παρακαλώ περιμένετε, η κλήση σας είναι σε αναμονή...». Ίσως το μοναδικό πιο δύσκολο πράγμα που μπορώ να σκεφτώ είναι να βρεις ασθενοφόρο όταν το χρειάζεσαι. Συνήθως καταφθάνει ταυτόχρονα με τη νεκροφόρα – αυτή ποτέ δεν αργεί, είναι πάντα στην ώρα της, για να μην πω ότι συχνά αφικνείται νωρίτερα απ' ό,τι θα έπρεπε. Η εξαδέλφη μου πάλι θεωρεί ότι δεν υπάρχει δυσκολότερο πράγμα από το να βρεθεί κομμώτρια που να την κουρέψει καλά. Η μία τής τα κόβει πολύ, η άλλη τής τα κόβει λίγο, η τρίτη τα φουντώνει, η τέταρτη τα πατικώνει. Πρόκειται για θέμα το οποίο μπορεί να λύσει μόνο ο ψυχοθεραπευτής της, αν και αυτός υποπτεύομαι ότι ύστερα από έξι μήνες συνεδρίας μαζί της ετοιμάζεται να σκίσει τα πτυχία του και να ανοίξει σουβλατζίδικο στο Μεταξουργείο.

 

Ιδού άλλο ένα δύσκολο πράγμα: Να βρεις τον κατάλληλο ψυχοθεραπευτή που θα σε βοηθήσει, αν όχι να... ψυχοθεραπευτείς, τουλάχιστον να αντέξεις την καθημερινότητα. Γνωρίζω άνθρωπο που άρχισε ψυχοθεραπεία τη νιοστή φορά που τον έστησε ο υδραυλικός και ενώ η υγρασία είχε φτάσει από το ταβάνι της κρεβατοκάμαράς του στο υφασμάτινο κεφαλάρι του κρεβατιού του. «Θα έρθω σήμερα, θα έρθω αύριο, θα έρθω σε μισή ώρα, δεν θα έρθω σε μισή ώρα αλλά την ερχόμενη Τρίτη...». Δεν ήρθε ποτέ. Αντ' αυτού, ήρθε ο ψυχοθεραπευτής της εξαδέλφης μου Κυριακή απόγευμα στο σπίτι μας, όπου είχε καταφύγει ο ναυαγός («θάλασσα έχει γίνει το δωμάτιό μου!») τρέμοντας από εκνευρισμό, για να τον ηρεμήσει. Έμαθα ότι έκτοτε τον έχει εντάξει σε γκρουπ «καλής θέλησης απέναντι στους αφερέγγυους υδραυλικούς, ηλεκτρολόγους και εραστές/ερωμένες» και τον κουράρει δις εβδομαδιαίως.


Αν και «όταν το γυαλί ραγίσει, δεν ξανακολλάει», σύμφωνα με τη θεία Ιουλία. Εδώ όμως δεν μιλάμε για γυαλί, μιλάμε για πλημμύρα. «Το ίδιο κάνει. “Αμμος ήτανε προτού γυαλί να γίνει”». Όλοι ραγισμένα γυαλιά δεν είμαστε; «Μια και μου το θύμισες, ράγισε η πλαφονιέρα της εισόδου και δεν ανάβει και η λάμπα, να βρεις έναν ηλεκτρολόγο». Πού; «Στο “X Factor”» με ειρωνεύεται. Κάνει ότι δεν γνωρίζει πόσο δύσκολο είναι να βρεις ηλεκτρολόγο. Αν και όλα, και τα πιο απλά πράγματα, έχουν πλέον γίνει δύσκολα. Μόνο να εκνευρίζεσαι, να παχαίνεις και να γερνάς μπορείς με ευκολία. «Δεν ξέρεις τις πραγματικές δυσκολίες της ζωής» με κοιτάζει υποτιμητικά η θεία και αποφαίνεται: «Τίποτε πιο δύσκολο από το να βρεις παπά στου Ζωγράφου!». Pardon; «Να βρεις παπά, παιδάκι μου, στο νεκροταφείο, για να κάνεις τρισάγιο».

 
Πηγαίνει – λέει – με τη Βατούση του τρίτου για... θρησκευτικό τουρισμό και τις περισσότερες φορές γυρίζουν άπραγες. «Το γραφείο των ιερέων είναι θεόκλειστο. Κανένας δεν δίνει το κινητό του ώστε να τον βρεις εύκολα. Δεν είναι ποτέ εκεί το πρωί, πριν από τις 10.00. Αλλά και το μεσημέρι πρέπει να είσαι τυχερός για να τους πετύχεις – κάνουν σιέστα. Το απόγευμα βλέπουν, υποθέτω, το “Η ζωή της άλλης”... Μου είπε ένας φίλος μαρμαρογλύπτης, που γνωρίζει κόλπα και συνήθειες, ότι “αν δεν έχουν κηδεία δεν πολυέρχονται”. Γι' αυτό σου λέω: Το πιο δύσκολο στην Αθήνα είναι να βρεις παπά για τρισάγιο – πιο δύσκολο και από το να βρεις κομμώτρια για την τζίβα της εξαδέλφης σου!».

 

Το είδα με τα μάτια μου όταν μου έπεσε ο κλήρος να τη συνοδεύσω: Μια γυναίκα έπλενε τα μάρμαρα σε ένα μνήμα. Ένας νεαρός καθόταν δίπλα της και χάζευε, αναλογιζόμενος, πιθανώς, τη ματαιότητα της ζωής – ή την κληρονομιά του μακαρίτη. Ξαφνικά, η κυρία με το βετέξ άρχισε τις κορόνες, με μια οξεία, τσιριχτή φωνή: «Πάαατερ! Πάτεεερ!». «Τι έπαθες, μαμά, τρελάθηκες;» πετάχτηκε το παιδί. «Έτσι κάνουν όλες, αλλιώς δεν βρίσκεις παπά» του εξήγησε εκείνη και συνέχισε με ουρανομήκεις αλαλαγμούς ακόμη μεγαλύτερης έντασης. «Πάαατεεερρρ! Εδώ! Εδώωω! Με ακούει κανένας; Πάτεεερ!». «Σταμάτα! Ρεζίλι γίναμε». «Γιατί; Άσε με να κάνω τη δουλειά μου, παιδάκι μου! Πάαατεεερ!». «Εγώ φεύγω αν συνεχίσεις». «Δεν θα πας πουθενά! Πάτεεερ!». «Φεύγω». «Γιώργο, έλα πίσω! Πααάτεεερ! Γιώργο!». Και τσακώθηκαν! Για τρισάγιο πήγαν, τον εξάψαλμο έψαλαν, ο ένας στον άλλον.

 
Αυτό καταφέρνει η Αθήνα με τις δυσκολίες, τις δυσχέρειες και τα παράλογά της: Να κουρελιάζει τα νεύρα μας, να εξαντλεί τις αντοχές μας, να μας οδηγεί σε συμπεριφορές παράλογες και ακραίες. Βεβαίως, αν βγούμε για λίγο «έξω» και παρακολουθήσουμε το σουρεαλιστικό παρόν μας ως θεατές που βλέπουν μια ταινία, σίγουρα θα διασκεδάζαμε. Πόσοι όμως από εμάς το καταφέρνουμε, έστω στιγμιαία; (Μια και το έφερε η κουβέντα, επειδή κάτι πρέπει να κάνω με το χαλασμένο φως του διαδρόμου – οτιδήποτε εκτός από ψυχοθεραπεία... – γνωρίζετε κανέναν ηλεκτρολόγο που να έρχεται στην ώρα του και να χρεώνει λογικές τιμές; Και κανέναν διαθέσιμο παπά για τη θεία μου και τη Βατούση του τρίτου...).
 
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Ασφυκτικά…καλωδιωμένος
› 
Μια αισιόδοξη πόλη
› 
Σκοτώνοντας για πλάκα
› 
Μια φάρσα...
› 
Πληρώνοντας το μεγάλο φαγοπότι
© ΙΣΤΟΣ 2020
Κοσμάς Βίδος
Ο Κοσμάς Βίδος γράφει και (όποτε μπορεί) ταξιδεύει.
« Bloggers