Στης Ακρόπολης τα μέρη…
1.7.2010 
Ηλιοβασίλεμα στην Πνύκα. Με έναν βιολετί ουρανό να επιβάλλεται πάνω στην γκρίζα πόλη. Κάθε φορά που ανεβαίνω -αραιά, τώρα πια- θαυμάζω την ικανότητά μου να ισορροπεί στα απίστευτα γλιστερά βράχια. Ικανότητα την οποία στερούνταν ο ιάπωνας τουρίστας με την υπερσύγχρονη φωτογραφική μηχανή, ο οποίος, στην προσπάθειά του να χωρέσει όλο το γκρουπ στο κάδρο του, παραπάτησε και μέτρησε περί τα τρία τετραγωνικά Ιερού βράχου. Δίχως, ευτυχώς, να χτυπήσει. Εκείνος. Γιατί η μηχανή του… Ό,τι και να λέμε, επικίνδυνη η ανάβαση. Αλλά αξίζει τον κόπο. Όλο αυτό το σύμπλεγμα πέτρας και μαρμάρου που δεσπόζει στο κέντρο της πόλης αξίζει τον κόπο, αξίζει την προσοχή μας και ας το ξεχνάμε. Και ας έχουν να ανεβούν στην Ακρόπολη, πολλοί από εμάς, εδώ και χρόνια. Υπάρχουν και άνθρωποι γεννημένοι στην Αθήνα που δεν έχουν ανεβεί ποτέ, πράγμα που, ειλικρινά, αδυνατώ να καταλάβω. Ούτε η στοιχειώδης περιέργεια; Όπως και να έχει, όποτε στρέφω το βλέμμα μου προς τον Παρθενώνα ξαναβρίσκω, για λίγα έστω λεπτά, τη χαμένη υπερηφάνεια μου για αυτή την πόλη. Είναι τέτοια η ομορφιά του που απλώς δεν χωράνε λόγια. Μόνο στέκεσαι και παρατηρείς. Αν, δε, βρεθείς βράδυ στον σιδηροδρομικό σταθμό του Θησείου ή περπατήσεις στον πεζόδρομο που ενώνει την περιοχή με το Γκάζι περνώντας πάνω από το Νεκροταφείο του Κεραμεικού, τότε γίνεσαι μάρτυρας ενός μοναδικού υπερθεάματος: με το παρελθόν να ξεπροβάλει μέσα από τον αριστοτεχνικό φωτισμό ως υπερπαραγωγή υψηλού γούστου, εικόνα - σφραγίδα που επιβεβαιώνει ότι αυτή η χώρα που τόσο έχει κατακριθεί έχει (είχε;) άλλη μαγεία, μεγαλείο μοναδικό. Δυστυχώς όμως, δίπλα του, από κάτω του, στα πέριξ του μεγαλειώδους βράχου, υπάρχει πάντα το παρόν. Το οποίο και να θέλεις να το αγνοήσεις δεν μπορείς. Γιατί σε προσβάλει. ΄Η μόνον εγώ θεωρώ ότι τα δίκυκλα που κυκλοφορούν ανενόχλητα στον πεζόδρομο του Κεραμεικού καταπατούν το δικαίωμά μου να περπατώ σε έναν δρόμο φτιαγμένο αποκλειστικά για πεζούς χωρίς να έχω διαρκώς τεταμένη την προσοχή μου, μπας και βρεθώ κάτω από τις ρόδες τους;


Γιατί είναι τόσο δύσκολο να υπακούσουμε στους στοιχειώδεις κανόνες που βάζουν σε τάξη την καθημερινότητά μας; Τι θα πάθαιναν όλοι αυτοί οι Ελληνάρες που γκαζώνουν στους πεζοδρόμους (και κορνάρουν σε περίπτωση που οι ενοχλητικοί πεζοί βρεθούμε μπροστά τους) αν τηρούσαν τον νόμο και πήγαιναν από τον κανονικό δρόμο, εκείνο που προορίζεται για τα αυτοκίνητα; Θα έχαναν ένα λεπτό από τη ζωή τους. Ας χάσουν και δέκα λεπτά αν αυτό πρέπει να γίνει επειδή το λέει ο νόμος. Ο οποίος νόμος ποτέ δεν εφαρμόζεται. Κατά τα άλλα, απορούμε για τα χάλια μας. Γιατί;.


Πίσω στην Πνύκα όμως, η οποία μου έδωσε την αφορμή για το σημερινό κομμάτι. Αφού σηκώσαμε τον Ιάπωνα και μαζέψαμε τα κομμάτια της φωτογραφικής μηχανής του, που είχαν σκορπιστεί τριγύρω, επιστρέψαμε, όλοι όσοι είχαμε παραβρεθεί στο… σόου, στους ρεμβασμούς μας. Οι περισσότεροι καπνίζοντας τα τσιγαράκια τους, τις γόπες των οποίων πετούσαν κάτω. Και όχι, δεν το έκαναν οι κακοί τουρίστες, οι δικοί μας, οι υπερήφανοι αυτόχθονες το έκαναν. Ζευγαράκια νέων παιδιών το έκαναν, που κανονικά θα έπρεπε να έχουν καταλάβει. Τι; Ότι κάθε γόπα που πετάνε κάτω είναι υποβάθμιση της δικής τους ζωής και της ζωής των παιδιών που θα φέρουν κάποια στιγμή στον κόσμο.


Ακόμη και ένα πεταμένο κουτάκι από «Red bull» είδα στην Πνύκα. «Σου δίνει φτερά»σύμφωνα με τη διαφήμιση; Εν προκειμένω σου τα έκοβε, αισθανόσουν ντροπή για το θέαμα που αντίκριζαν οι τουρίστες οι οποίοι  είχαν κάνει τον κόπο να ανηφορίσουν ως εκεί. «Έπρεπε να κάνεις παρατήρηση σε εκείνους που έσβηναν τα τσιγάρα κάτω», μου είπαν. Αν όμως όταν περπατάς σε αυτή την πόλη σταματάς για να κάνεις παρατηρήσεις σε όλους όσοι την πληγώνουν, δεν θα φτάσεις ποτέ στην προορισμό σου. Επιπλέον, δεν μπορείς να φαρμακώνεις τον εαυτό σου καθημερινά γκρινιάζοντας και παρακολουθώντας επίμονα την απόλυτη ασυδοσία γύρω σου, δίπλα σου. Αποφασίζεις να τη διασχίζεις και να κάνεις ότι δεν τη βλέπεις. Πράγμα που δυστυχώς δεν γίνεται πάντα. Αν μπορούσα να το κάνω, τώρα θα σας έγραφα πόσο υπέροχοι είναι οι πεζόδρομοι. Και πόσο μου άρεσε το ερωτευμένο ζευγαράκι που, αγκαλιασμένο στη Πνύκα, έστριβε τσιγάρο, για να αφήσει το άδει σακουλάκι του καπνού στα βράχια.


Ο κύριος λόγος για τον οποίο δεν μπορώ να συμμεριστώ την αγάπη κάποιων για την Αθήνα (μια αγάπη την οποία υπερπροβάλουν συχνά τα free press, περιγράφοντας εικόνες τόσο ιδανικές που απορείς γιατί εσύ δεν τις βλέπεις!) είναι οι κάτοικοί της. Στο σύνολό τους αδιάφοροι για αυτήν, έτοιμοι να τη μουντζουρώσουν, να την υποβαθμίσουν και άλλο, για να κάνουν τη δουλειά τους. Από αυτούς ξεκινάει το γκρίζο που βάφει την ατμόσφαιρα. Πολύ γκρίζο. Γιατί, τελικά, κακά τα ψέματα, όσο και αν αναθαρρείς κάθε φορά που σηκώνεις τα μάτια προς τα μάρμαρα που πάνω τους κακή σκουριά δεν πιάνει, οι σκουριασμένες νοοτροπίες και συμπεριφορές γύρω σου στην καλύτερη των περιπτώσεων σε αποσυντονίζουν, στη χειρότερη σε κάνουν να θέλεις να αλλάξεις εθνικότητα.
 
 
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Το τέλος των νεόπλουτων
› 
Φανουρόπιτα, πάει με όλα
› 
Της γυναίκας η ζωή
› 
Μπρος γκρεμός και πίσω σκότος
› 
Περιμένοντας τον γιατρό
© ΙΣΤΟΣ 2020
Κοσμάς Βίδος
Ο Κοσμάς Βίδος γράφει και (όποτε μπορεί) ταξιδεύει.
« Bloggers