Καλό ταξίδι και ευχαριστώ…
13.5.2009 
Εδώ ας σταθώ, που θα έλεγε και ο ποιητής, και ας θυμηθούμε, και ας πούμε δύο κουβέντες και ας του ευχηθούμε καλό ταξίδι εκεί που πάει του Ευγένιου Σπαθάρη, που δεν ήταν ο τελευταίος καραγκιοζοπαίχτης σε αυτή τη χώρα, εμφανίστηκαν και άλλοι μετά από αυτόν, αλλά ο ίδιος κατάφερε να γίνει κάτι παραπάνω από ένας καραγκιοζοπαίχτης, να γίνει το σύμβολο μιας τέχνης αξιόπιστης, σεβαστής μεν, παρηκμασμένης δε, και εν πολλοίς ξεχασμένης. Ο Ευγένιος Σπαθάρης κατάφερε σε αυτά τα εξήντα και βάλε χρόνια που κρατούσε στα χέρια του τις φιγούρες του Καραγκιόζη και τους δάνειζε τη φωνή του να γίνει κάτι παραπάνω από καλλιτέχνης, έγινε κάτι παραπάνω από σύμβολο ή μύθος σε αυτό που έκανε. Ο Ευγένιος Σπαθάρης κατάφερε να γίνει μια από τις φιγούρες που κρατούσε στα χέρια του, κλασικός και ζεστός και θυμωμένος και έξυπνος και επαναστάτης και συντηρητικός και όλα όσα είναι ο Καραγκιόζης και όλες οι φιγούρες του, όλοι οι χαρακτήρες του και όλα όσα συμβαίνουν και όλοι όσοι κυκλοφορούν στη θεόρατη απόσταση που χώριζε και χωρίζει και θα χωρίζει την παράγκα του Καραγκιόζη από το σαράι…


Όταν γεννήθηκε ο Ευγένιος Σπαθάρης, ο Καραγκιόζης ήταν στα «ντουζένια» του που λένε. Ήταν ακόμα στα ντουζένια του είναι το σωστό. Ήταν η διασκέδαση των παιδιών, αλλά και των μεγάλων. Για άλλο λόγο οι μικροί, για άλλο οι μεγάλοι πήγαιναν στον Καραγκιόζη και αυτός τους ικανοποιούσε όλους. Ο Ευγένιος Σπαθάρης ήταν γιος του Σωτήρη Σπαθάρη, του μεγάλου καραγκιοζοπαίχτη του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, που έγραψε ιστορία, πιο εύκολα βέβαια από το γιο του, μιας και στον καιρό του Σωτήρη Σπαθάρη ο Καραγκιόζης ήταν η κυρίαρχη διασκέδαση. Ο Ευγένιος Σπαθάρης πήρε στα χέρια του έναν Καραγκιόζη αναγνωρισμένο πια ως λαϊκή τέχνη από τους διανοούμενους και τη μεγαλοαστική τάξη, αλλά βαρύτερα ταυτισμένο όσον αφορά τη λαϊκή του αποδοχή από τον ελληνικό κινηματογράφο. Όταν ο «Μεθύστακας» του Γιώργου Τζαβέλα με τον Ορέστη Μακρή (1950) έσπασε τα ταμεία σημειώνοντας την ενηλικίωση του ελληνικού εμπορικού κινηματογράφου και όταν η Αλίκη τραγούδησε το «Νιάου νιάου, βρε γατούλα» του Χατζιδάκι και του Σακελλάριου στο «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» (1959), μια δεκαετία μετά άλλαξε άρδην η διασκέδαση μικρών και μεγάλων –αλλά κυρίως των μικρών–, αφού πια στις γειτονιές και στις αυλές που υπήρχαν τότε αντικατέστησαν τον μπερντέ του Καραγκιόζη με κοριτσάκια που τραγουδούσαν και χόρευαν «Νιάου νιάου, βρε γατούλα, με τη ροζ μυτούλα»…


Ο Ευγένιος Σπαθάρης όμως όχι απλώς κατάφερε να επιβιώσει μέσα στο πέρασμα του χρόνου, αλλά κατάφερε να δώσει στον Καραγκιόζη μια διαφορετική εικόνα. Έκανε να τον προσέξουν οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι, αλλά κι ένα σεβαστό κομμάτι του κόσμου, όχι ως μια ξεπερασμένη μορφή λαϊκής τέχνης, σεβαστής αλλά ξεπερασμένης, ενδιαφέρουσας, αλλά όχι της μόδας, αλλά σαν κάτι ολοζώντανο, φρέσκο και δυναμικό. Ο Ευγένιος Σπαθάρης, αντίθετα με όλους τους άλλους καραγκιοζοπαίχτες, κατάφερε η μορφή του και ο λόγος του να έχει την ίδια σημασία με αυτή των ηρώων. Ο Σπαθάρης δεν χρειάστηκε να κρυφτεί πίσω από τις φιγούρες του, ίσα ίσα που οι φιγούρες του αποκτούσαν ιδιαίτερη αξία όταν τις κινούσε αυτός και όταν τους δάνειζε τη φωνή του…


Αγωνίστηκε για τον αγαπημένο του Καραγκιόζη, του έφτιαξε ακόμα και μουσείο στο Μαρούσι, και ο ίδιος έζησε μια ωραία ζωή δίπλα στη σύντροφό του μεγαλώνοντας τα παιδιά του. Ήταν μεγάλος, αλλά έφυγε με άδικο τρόπο, άδικο και σκληρό. Αλλά εκεί που πάει… ε, ένα ευχαριστώ κι ένα καλό ταξίδι νομίζω πρέπει να του το πούμε όλοι…
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Δεν υπάρχουν τέτοιες τσόντες σήμερα
› 
Όχι και να κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας…
› 
Πειραγμένο αμάξι…
› 
Καλό ταξίδι…
› 
Λεφτά και βατράχια…
© ΙΣΤΟΣ 2019
Ιάσων Τριανταφυλλίδης
Ο Ιάσων Τριανταφυλλίδης (1964-… ελπίζω πολλά χρόνια μετά!!!) είναι εδώ γιατί «φαγώθηκε» ο Μανόλης Σαββίδης γι’ αυτό –άλλο που δεν ήθελα, εκ των υστέρων το μετάνιωσε αλλά δεν το ξέχασα εγώ– και επειδή όλο αυτό έχει σχέση με το φαΐ το βρήκε πολύ λογικό!!! Επίσης, είναι εδώ γιατί πάντα χρειάζεται μια φωνή λογικής ανάμεσα σε τόσους βαθιά μορφωμένους, καλλιεργημένους αλλά πάνω απ’ όλα ειδικευμένους ανθρώπους ανάμεσα στους οποίους αισθάνεται σαν ένα μικρό γουρουνάκι κυλισμένο στο βούρκο… κατά τα άλλα ζει, αναπνέει, χαίρεται, μιλάει, γράφει και άλλα πολλά… αλλά αυτά δεν είναι της παρούσης…
« Bloggers