Το πορτοφόλι έκανε φτερά
4.4.2009 
Μέσα στο μπουλούκι που κατέβηκε στο σταθμό της Νερατζιώτισσας και ανηφόρισε τα σκαλοπάτια για το Mall, βρέθηκε ένα επιτήδειο χέρι που μου έκλεψε το πορτοφόλι. (Σιγά την είδηση.)


Σακίδιο στην πλάτη χαλαρά κλεισμένο μέσα σε κόσμο μοιάζει με λαχταριστό μεζεδάκι που μοσχοβολάει... μετρητό (και το μετρητό στις μέρες μας έχει βρει τους δικούς του τρόπους να αλλάζει χέρια).


Το άγρυπνο μάτι της διαίσθησης (που πάντα δρα εκ των υστέρων) μου έγνεψε ότι η τσάντα στην πλάτη μου χάσκει σαν ανοιχτό στόμα κι ότι αν αυτό το συνδυάσω με το σπρωξίδι στις σκάλες...


Πάνικ. Το πορτοφόλι. Οι κάρτες. Η ταυτότητα. Πόσα λεφτά είχα μέσα;


Το παιδί φτάνει δευτερόλεπτα μετά. «Γιατί άσπρισες», μου λέει;


«Ξέχνα το κινέζικο στο Μall», της λέω. «Ό,τι πήραμε, πήραμε. Ευτυχώς που είχε προηγηθεί το Jumbo. Αλλά, αν δεν είχαμε παρκάρει στο παλιοjumbo σου –που λύσσαξες– αν είχαμε μπει κατευθείαν στο πάρκινγκ του Μall, δεν θα πηγαίναμε με τα πόδια και...»


«Ψυχραιμία», μου λέει. «Καταρχάς, έχω εγώ λεφτά για κινέζικο. Δεύτερον, μήπως σου έπεσε όταν βγαίναμε από το Jumbo; Τρίτον, δεν πρέπει να ακυρώσεις τις κάρτες;»


Το παιδί είναι προστατευτικό. Ήρεμο. Και λογικό. Θέλει να φάει κινέζικο και το παλεύει.


«Τέταρτον και τελευταίο», λέει «δεν φταις εσύ. Και μάλλον τον είδα αυτόν που σ’ το πήρε...»


Περπατάμε προς τα πίσω, μέσα στον κόσμο που πηγαινόρχεται στα τρένα, μέσα στο θόρυβο που έρχεται από τα «τάρταρα» της Αττικής Οδού. Το περπάτημα κάνει καλό σε αυτές τις περιπτώσεις. Σου δίνει το χρόνο να βάλεις τα πράγματα στη θέση τους, να σκεφτείς το επόμενο βήμα. Παράλληλα, βλέπεις καρέ καρέ το φιλμ που κατέγραψε τις κινήσεις σου την τελευταία ώρα.


Το τώρα και το πριν σε μια πράξη. Και η πράξη αυτή (αυτή τη στιγμή) έχει αποχρώσεις ανοιξιάτικης δύσης, έχει νεανικά πρόσωπα που κρατάνε σακούλες με ψώνια, πραμάτειες από μικροπράγματα απλωμένες στα πεζοδρόμια, αλλοδαπούς με τα παιδάκια τους που τρέχουν από δω κι από κει, κινέζικα Prada και Αrmani σε τιμές «ασανσέρ».  


Όλο το μελίσσι της πόλης (σκέφτομαι) συνωστίζεται έξω από το μεγάλο κατάστημα. Τα φώτα του και ο όγκος του δεν σου επιτρέπουν χειμωνιάτικες σκέψεις.


Φτάνουμε στο αυτοκίνητο και καθώς μπαίνουμε μέσα μας πλησιάζει σκουρόχρωμος κύριος που μοιάζει με κινούμενο περίπτερο. Από την προφορά του καταλαβαίνω ότι πρέπει να είναι Πακιστανός. «Τα πάρει κάτι, κυρία;», ρωτάει και μου προτείνει καμιά δεκαριά Rolex. «Εσύ μας έλειπες», ακούω να μουρμουρίζει ενοχλημένη η μικρή και κλείνει την πόρτα με δύναμη. Μπαίνω κι εγώ μέσα και βάζω μπρος. «Δώσε κάτι», της λέω. «Δώσ’ του τα ψιλά σου, αν μας φτάνουν τα υπόλοιπα για κινέζικο».


Σιωπή. «Μα καλά, ρε μαμά, τώρα σου βγήκε η φιλανθρωπία; Λίγο πριν σου κλέψουν το πορτοφόλι ήρθε το παιδί να μας καθαρίσει τα τζάμια και μόνο που δεν το καθάρισες με το βλέμμα σου».


Δαγκώνομαι από μέσα μου και δεν λέω κουβέντα. Τι να πω; «Πάμε για κινέζικο τώρα», λέω. «Πάμε και θα σου εξηγήσω μετά». (Μακάρι να μου δώσουν τα σπρινγκ ρολ φώτιση και έμπνευση να πω κάτι πιστευτό). 


«Πάντως, ξέρε, αμηχανία νιώθω όταν δίνω, αμηχανία νιώθω κι όταν δεν δίνω. Από τα δύο μάλλον προτιμώ το δεύτερο. Ντρέπομαι λιγότερο».


«Μπράβο, μαμά. Θα μου τα πεις αργότερα. Τώρα που θα φτάσουμε στο Μall πάντως κλείσε καλύτερα την τσάντα, γιατί δεν το βλέπω καλά το κινητό...»
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Διακοπές στην πόλη
› 
Χ.α.ρ.ο.ύ.λ.α
› 
Η πικρή βαλίτσα της επιστροφής
› 
Δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά
› 
Φθινοπωρινά βλέμματα
© ΙΣΤΟΣ 2019
Χάρη Ποντίδα
Σιγά μην πω πότε γεννήθηκα. Και τι έκανα. Από το 1990 πάντως δουλεύω στα «Νέα» στο πολιτιστικό ρεπορτάζ. Η κόρη μου είναι 10 ετών.
« Bloggers