Την Άνοιξη
18.4.2009 
Είπα να μη μιλήσω ξανά για την άνοιξη, αλλά δεν είναι εύκολο, γιατί κάθε φορά που κατεβαίνω στο κέντρο ζαλίζομαι από συμπυκνωμένες δόσεις ανθοφορούσας νεραντζιάς, κι αυτό επιφέρει πολλές αλλαγές στον ανθρώπινο οργανισμό. Τόση γλύκα δεν παλεύεται εύκολα...

Πώς βλέπεις καμιά φορά τα χρώματα στον ουρανό και είναι τόσο τέλειο το ροζ/μοβ που λες αμάν, να δύσει, να γλιτώσω; Κάπως έτσι...

Το Κολωνάκι, ειδικά, μυρίζει Μεγάλη Παρασκευή από τις αρχές του Απρίλη –ευτυχώς δεν πρόλαβε ο δήμαρχος όλες τις νεραντζιές– και όλο κάτι συμβαίνει στον περίγυρο και σου έρχονται φλασιές από το παρελθόν.

Μεγάλη Εβδομάδα και άνοιξη. Αρώματα νεραντζιάς, καυσαέριο, σκυλόσκατο (πολύ σκυλί στο Κολωνάκι, πολύ πριν φτάσει το «φρέντο» στα καφέ), αναμονή διακοπών και μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα χαράς, σαν να σου υπόσχεται το μέλλον ότι θα είναι ωραίο, σικάτο, άνετο κι ενδιαφέρον (όπως ακριβώς το περιγράφουν τα περιοδικά).

Μέσα σε όλα αυτά και το σχολείο. Και ο εκκλησιασμός (που τότε ήταν υποχρεωτικός λόγω χούντας). Στον Άγιο Διονύσιο, εξομολόγηση και Αγία Κοινωνία.

Δεν πάει και το παλιάμπελο, έλεγα εγώ. Με τέτοια χαρά εκεί έξω, θα το τηρήσω το πατροπαράδοτο, θα τους την κάνω τη χάρη και θα είμαι απολύτως εντάξει. Να έχω και μια καβάτζα με τον Θεό, αν τον χρειαστώ, γιατί ποτέ δεν ξέρεις πώς θα σου τα φέρει η ζωή (έστω κι αν είσαι 7 ή 8).

Νεραντζιές στη Σκουφά και τα κορίτσια τα καημένα πάνε δυο δυο στη σειρά για εκκλησιασμό και θεία μετάληψη, πρωινιάτικα στον Άγιο Διονύσιο, αντάμα με το δάσκαλο και όλη την κουστωδία του σχολείου. Μιλάνε, γελάνε, ψιθυρίζουν μυστικά και μάλλον δεν τους απασχολεί καθόλου το μεταφυσικό κομμάτι της ιστορίας που σε λίγο θα αρχίσει και θα τελειώσει με τη μετάληψη και τον εκκλησιασμό.

Τέλεια εποχή και γι’ αυτό. Και για οτιδήποτε συμβεί από δω και μπρος (αρκεί να είναι καλό). Και θα είναι. Γιατί και εντάξει είμαστε με τον Θεό (ούτε κρέας ούτε γάλα ούτε αυγό) και στην εκκλησία θα πάμε. Οπότε;

Οπότε γιατί να συμβεί το κακό; Και γιατί σε μένα; Μάλλον κάτι θα ήθελε να μου μηνύσει ο Μεγάλος από κει πάνω, κάτι σε στυλ «α, όλα κι όλα, δεν μπορώ να ασχολούμαι εγώ με τέτοιες λεπτομέρειες, και κυρίως όταν είσαι εσύ υπεύθυνη 100% γι’ αυτό που σου λαχαίνει».

Δίκαιο ακούγεται αυτό, αλλά εμένα μου άφησε κενά. Πράγματι, εγώ έφταιγα. Την κολόνα την έφαγα στο κεφάλι γιατί μίλαγα με την κολλητή μου και δεν έβλεπα μπροστά μου. Αλλά σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις (που αντί να δεις τον Χριστό στο σταυρό τον βλέπεις φαντάρο) δεν είναι που περιμένεις να βάλει το χεράκι του Εκείνος, να σου πει ουπς κολόνα ή κάτι τέτοιο; Αλλιώς, τι νόημα έχει; Τόση αδιαφορία πώς να τη δικαιολογήσω;

Από το χτύπημα της κολόνας ανένηψα εύκολα (αν κι έχω ακόμα ένα μικρό σημαδάκι). Απ’ ό,τι φαίνεται όμως (από τα σημερινά αποτελέσματα), ήταν η πρώτη γερή σύγκρουση με την αμφιθυμία μου για το αν πρέπει ή δεν πρέπει να κρατάμε τις καβάτζες μας με το υπερπέραν. Σιγα σιγά ξεκαθάρισε το θέμα. Αν είναι να 'ρθει, θε να 'ρθει. Καβάτζες τέλος.

Παρ’ όλα αυτά, μου αρέσει το Πάσχα. Ίσως γιατί δεν είναι εύκολο να διαχωρίσω τα αρώματα της νεραντζιάς από το τελετουργικό της Μεγάλης Εβδομάδας, την άνοιξη των βιτρινών, τα τραπεζάκια έξω, την υπόσχεση για το αύριο. Καλό Πάσχα, λοιπόν. Καλή Ανάσταση. Αυτό το τελευταίο κυρίως. (Όσο έχουμε καλή όσφρηση και φτάνει το άρωμα της άνοιξης εντός, κάτι μπορεί να γίνει).
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Περισπωµένη, υπογεγραµµένη και... λέλυκα
› 
Ευλογημένο Πήλιο
› 
Οι κυλιόμενες του Μετρό, η ώρα κι εγώ
› 
Φθινοπωρινά βλέμματα
› 
Παραμύθια
© ΙΣΤΟΣ 2019
Χάρη Ποντίδα
Σιγά μην πω πότε γεννήθηκα. Και τι έκανα. Από το 1990 πάντως δουλεύω στα «Νέα» στο πολιτιστικό ρεπορτάζ. Η κόρη μου είναι 10 ετών.
« Bloggers