Ο Μαυρογιαλούρος
30.5.2009 
Παλιά, πολύ παλιά, τον ξάδελφο του πατέρα μου, το βουλευτή, τον έλεγα «δουλευτή». «Βου-λευ-της, ρε παιδί μου» (η αδελφή μου). «Ναι, βουλευτής, το ξέρω, βουλευτής με "β"» (εγώ). Μετά από λίγο καιρό, τα ίδια. Ο θείος Νίκος, ο «δουλευτής».


Είναι θολή η εικόνα που έχω από το θείο Νίκο σήμερα (συχωρεμένος να 'ναι), αλλά η ανάμνηση εκείνου του λάθους (στο οποίο επέμενα χρόνια) έχει τη σημασιούλα του. Να εξηγηθώ: Το «β» δεν το έκανα «δ» για να γεμίσω τη λέξη με αυτό που της απέδιδε ο νέος της ήχος (που παραπέμπει στην εργατικότητα). Όχι βέβαια. Με έναν περίεργο τρόπο, σήμαινε ακριβώς το αντίθετο. Δουλευτής, δηλαδή εκείνος που όλοι έχουμε συμφωνήσει (για αδιευκρίνιστους αλλά δικαιολογημένους λόγους) να μη δουλεύει –τουλάχιστον να μη δουλεύει σαν όλους τους υπόλοιπους.

 
Ρεβεράντζα, κουστουμιά, «Μερτσεντέ» και τραπεζώματα ο κύριος Νίκος, πακέτο με εκείνο το γλυκερό, μονίμως ευπροσήγορο χαμόγελο που δηλώνει διαθεσιμότητα και καταδεκτικότητα για τους πάντες. Και παράλληλα «θα σ’ τα κανονίσω εγώ, μην ανησυχείς», αλλά σιγά σιγά, ψιθυριστά και με εκείνο το μουλωχτό ύφος που παίρνει πολλές φορές ο Λαζόπουλος για να αποδώσει την κουτοπονηριά του επαρχιώτη.

 
Τα παιδιά τα πιάνουν αυτά στο φτερό. Κι όλο το… παράδοξο και το διφορούμενο της γλώσσας που χρησιμοποιούν οι μεγάλοι επίσης καταγράφεται μια για πάντα. Το «ρουσφέτι», ας πούμε, παίρνει διάφορες ονομασίες –ανάλογα με την περίσταση. Αν είναι εκείνοι οι αιτούντες, το ονομάζουν «χάρη». Αν ο αιτών είναι άλλος (και άλλος ο βουλευτής), αυτομάτως μετατρέπεται σε «ρουσφέτι».

 
Εφόσον είναι έτσι (σκεφτόμουν), εφόσον εδώ υπάρχει μια απάτη που οι μεγάλοι τη δέχονται σαν κανονική, γιατί να μη βγαίνει αυτό και στον ήχο της λέξης; Μάλλον η πολιτική είναι ακριβώς αυτό: «Όλοι γνωρίζουμε τι γίνεται, αλλά καμωνόμαστε ότι αυτό είναι φυσικό και δεν μιλάμε». (Προφανώς θα υπάρχει κάποιος λόγος για να παίζεται έτσι το παιχνίδι –κάποτε θα τον καταλάβω).

 
Στη ζωή μου άλλαξα πολλές φορές γνώμη για τα πράγματα, αλλά κάθε φορά που έρχεται προεκλογική περίοδος κι αρχίζει αυτό το πανηγύρι με τα ψευτοdebate , τα συνθήματα για μια «καλύτερη Ελλάδα» και τα συναφή, θυμάμαι την κουστουμιά του θείου μου του «δουλευτή» (που εμφανισιακά του έχω δώσει το πρόσωπο του Κωσταντάρα) και τα τραπεζώματα από δω κι από κει. Το κακό είναι ότι τον τελευταίο καιρό τον θυμάμαι όλο και πιο συχνά. Προφανώς οι μέρες μου μυρίζουν έντονα... ψητό στο φούρνο με πατάτες, ρεβεράντζες, καλοπιάσματα, κουστουμιές και «θα σ’ το κανονίσω εγώ, μην ανησυχείς». Τελικά, όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν –απελπιστικά ίδια.  


Το ότι η πολιτική είναι η τέχνη του ψέματος το έχω εμπεδώσει πλέον. Το θέμα είναι γιατί να μου έρχεται διαρκώς ο... Mαυρογιαλούρος στο νου. Τόσες και τόσες γενιές πέρασαν από τότε, τόσες ανατροπές, πόλεμοι, κρίσεις κι εμείς να επιμένουμε ακόμη στην κωμωδία του ‘60; Σε αυτές τις εκλογές θα έχω το δικό μου σύνθημα: «Θείε Νίκο, ζεις, εσύ μας οδηγείς». Εσύ και τα τραπεζώματά σου...
 
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Αναμενόμενη παράσταση σε βαθμό αηδίας
› 
Δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά
› 
Πειναλέων και Ανεργίτσα
› 
Ionesco
› 
Ευλογημένο Πήλιο
© ΙΣΤΟΣ 2019
Χάρη Ποντίδα
Σιγά μην πω πότε γεννήθηκα. Και τι έκανα. Από το 1990 πάντως δουλεύω στα «Νέα» στο πολιτιστικό ρεπορτάζ. Η κόρη μου είναι 10 ετών.
« Bloggers