Στα όρια της αδυναμίας
20.9.2011 
Το ζήσαμε με τα διόδια και με τα εισιτήρια των αστικών συγκοινωνιών, τώρα το βλέπουμε να επανέρχεται –το «δεν πληρώνω», εννοώ– σε σχέση με την έκτακτη εισφορά επί εισοδημάτων και ακινήτων. Σε όλες τις περιπτώσεις, αλλά κυρίως τώρα το «δεν πληρώνω» συσκοτίζει κάποια από τα ουσιώδη ζητήματα που συνδέονται με την εν εξελίξει φοροκαταιγίδα στην Ελλάδα. Πράγματι, όπως στα διόδια η γενική τάση άρνησης πληρωμής παρέκαμπτε το ότι, αν σε ορισμένες περιπτώσεις η επιβάρυνση ήταν όντως κατά κοινή αντίληψη άδικη (είτε επειδή οι δρόμοι ήταν ανύπαρκτοι, είτε επειδή το ποσό βάραινε μόνιμους κατοίκους και ήταν δυσανάλογο με τη χιλιομετρική διαδρομή), σε άλλες δεν ήταν πάντως (τόσο) δυσβάστακτη, έτσι στο θέμα των έκτακτων εισφορών η πρόσκληση για καθολική άρνηση πληρωμής αντιπαρέρχεται το γεγονός ότι στις φορολογικές επιβαρύνσεις είναι διαφορετικό το ζήτημα του «θεωρητικού» χαρακτήρα κάποιου φόρου ως δίκαιου ή μη από το αν υφίσταται δυνατότητα καταβολής του.
 
 Η ισοπεδωτική άρνηση τείνει να στέκει στο εν γένει άδικο και άρα να παραλείπει την ειδικότερη προσέγγιση του πώς αντιμετωπίζεται από το κράτος η αδυναμία κάποιου να καταβάλει τα αξιούμενα. Αδυναμία καθόλου σπάνια όταν οι έκτακτοι φόροι του ζητούνται αναδρομικά (με βάση παρελθόν εισόδημα που ήδη ανάλωσε) ή με κριτήριο όχι τα εισοδήματα αλλά την περιουσία του.
 
Το τελευταίο δεν είναι ασήμαντο, διότι η ταμειακή αδυναμία δεν είναι αναγκαίως συνυφασμένη με τη θεωρητική αξία της περιουσίας του καθενός, όποτε η τελευταία δεν είναι επενδυμένη σε ρευστά στοιχεία. Από τις επιχειρήσεις ξέρουμε πόσο κρίσιμος είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα στο ενεργητικό και την ταμειακή ευχέρεια: μια εταιρεία μπορεί να έχει ακίνητα ή εμπορεύματα ή απαιτήσεις, αλλά να ασφυκτιά από άποψη κεφαλαίων κίνησης. Το ανάλογο μπορεί κάλλιστα να ισχύει στα φυσικά πρόσωπα: μεταξύ δύο ατόμων με ίδια εισοδήματα και δαπάνες, κάποιος που αρκέστηκε σε ένα σπιτάκι ενδέχεται να έχει αποταμιεύσεις να καταβάλει την εισφορά σε αντίθεση με άλλον που προτίμησε να επενδύσει το προϊόν του κόπου του σε δεύτερο ακίνητο – το οποίο τώρα δεν μπορεί να πουλήσει.
 
[Επιτρέψτε στο σημείο αυτό την πρόσθετη υπόμνηση ότι η αδυναμία είναι σχετικό μέγεθος: αν ένας οικογενειάρχης πρέπει να βγάλει το παιδί του από το ιδιωτικό σχολείο ή να περιορίσει τη φαμίλια του σε σίτιση επιπέδου Μπιάφρας για να πληρώσει έναν φόρο, βρίσκεται –και αυτός– σε αδυναμία να καταβάλει τον φόρο…]
 
Τα σημειώνω αυτά όχι διότι αποτελούν τίποτε πρωτότυπο (άλλωστε όλα όσα γράφουμε οι δημοσιογράφοι έχουν ξαναγραφεί), αλλά επειδή το ελληνικό κράτος έχει επιδείξει διαχρονική …αδυναμία να χειρισθεί νομοθετικά την αδυναμία καταβολής φόρων, εξ ου και στις καταστάσεις των απαιτήσεών του αναγράφονται επιχειρήσεις που έχουν πτωχεύσει από είκοσι και τριάντα χρόνια και από τις οποίες είναι βέβαιο ότι το κράτος θα εισπράξει …ξέρετέ τι, μη τα λέμε δημόσια. Η αξίωση, όμως, της φορολογικής αρχής να εισπράττει από τους εν αδυναμία και η εμμονή της σε αυτόφωρα και άλλες τέτοιες απειλές (που παράγουν οκτάστηλους τίτλους, όχι όμως και χρήμα) μπορεί να εκτρέφει από μόνη της έναν «δευτερογενή» λόγο μαζικής άρνησης πληρωμής: ακόμη και αν ο φόρος είναι σε θεωρητικό επίπεδο ανεκτός, όταν ζητείται απ’ όποιον αδυνατεί να τον καταβάλει δεν μένει μόνο ανείσπρακτος – γίνεται και άδικος. Εάν δε αυτοί οι εν αδυναμία είναι πολλοί, επεκτείνεται η γενική αίσθηση της αδικίας και η αναλόγως γενική άρνηση πληρωμής. Και, όπως ξέρουμε, κανένας νόμος δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αν δεν υπάρχει μία ισχυρή πλειοψηφία που τον εφαρμόζει εκουσίως…
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Οι ατσίδες με τις αλοιφές
› 
Εσείς, σε ποιον τύπο ανήκετε;
› 
Τί Στρατούλης τί Βαν Πέρσι (;)
› 
«Μαρξισμός» του παραλόγου
› 
Γουρ’ν’πούλα auf Naxos
© ΙΣΤΟΣ 2019
Δημήτρης Καστριώτης
Κατά τον ληξίαρχο, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Οι γονείς του, φιλότιμοι πλην κατ’ αποτέλεσμα άστοργοι, δεν τον προίκισαν αναλόγως, ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο οινόπνευμα, την αξία του οποίου φρόντισαν πάντως να του διδάξουν. Ένεκα η ανάγκη, εργάζεται ως δημοσιογράφος εφημερίδων και δικηγόρος από εικοσιπενταετίας. Αναπόφευκτα, πίνει λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε.
« Bloggers