Πώς δενότανε τ’ ατσάλι
22.11.2011 

Στην πρώτη φωτογραφία βλέπετε μία ελληνική υψικάμινο, Ένα θηριώδες μηχάνημα, τροφοδοτούμενο από αναλόγως θηριώδη φωτιά. Η δεύτερη υπενθυμίζει ότι στην Ελλάδα ήταν που ο Προμηθέας έκλεψε τη φωτιά - και ότι σ΄ αυτόν τον τόπο παρήχθη ο μόνος ή πάντως ο διασημότερος παγκοσμίως μύθος στον οποίον ο άνθρωπος νίκησε (και άρα αποκαθήλωσε) τους θεούς. Η πρώτη (η υψικάμινος) διαψεύδει όσους πεσιμιστές διατείνονται ότι η χώρα δεν παράγει τίποτε: παράγει και παρα-παράγει - το συγκεκριμένο μηχάνημα έβγαλε μέσα σε μία μέρα δεκάδες λίτρα εξαιρετικού τσίπουρου, από τα οποία καταναλώθηκαν επί τόπου μόλις το ένα στα πέντε.
 
Ως προς το μέγεθος μην παρασυρθείτε από τους ανθέλληνες που θα υποδείξουν ότι δίπλα στο μηχάνημα διακρίνονται κουβάδες από μπογιά, ώστε το μηχάνημα δεν μπορεί να υπερβαίνει το μισό μέτρο σε ύψος. Αθλιότητες. Μιλάμε για απόσταξη σε ελληνική νήσο, που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η χώρα των γιγάντων του Γκιούλιβερ, όπου οι συσκευασίες της μπογιάς έχουν ύψος πέντε μέτρων - και ο αποστακτήρας ανάλογο.
 
Στη δεύτερη φωτογραφία απεικονίζεται η κινητήριος δύναμη της παραγωγής. Αυτή δεν είναι απλώς η προοπτική του κέρδους, ούτε η υπερηφάνεια για το προϊόν, αλλά πρωτίστως η άμεση ανανέωση των εργασιακών δυνάμεων των συντελεστών, ήτοι οι μεζέδες που καταναλώνονται in situ από τους σκληρά εργαζόμενους αποστάκτες.
 
Η τρίτη φωτογραφία δείχνει τον ελληνικό υπολογιστή της ποσότητας της παραγωγής, που σε αντίθεση με τους δυτικούς δεν επηρεάζεται από διακοπές ρεύματος, δεν χρειάζεται εφεδρική γεννήτρια, δεν θέλει ούτε πρίζα - παρά μόνο μία κίνηση της χειρός. Ο υπολογιστής, σημειώνω, δεν θα χρειαζόταν αν το παραγόμενο προϊόν δεν ήταν τόσο υψηλής ποιότητας. Επειδή, όμως, είναι, επειδή είναι τσίπουρο ΑΑΑ (κατά Μούντις) και όχι σναπς από αχλάδι ή γερμανικός κουτελίτης οίνος, οι συντελεστές δεν ανθίστανται στον πειρασμό της κατανάλωσης, οπότε χρειάζονται τον υπολογιστή. Για την ακρίβεια δύο τέτοιους: έναν για το πόσα παράγουν κι έναν για το πόσα πίνουν.
 
Χιλιάδες τέτοιες υψικάμινοι ζέσταναν τη χώρα και τις καρδιές μας στα τέλη του Οκτώβρη και τις αρχές του τρέχοντος μηνός - και οι σεμνές τελετές είχαν παντού δύο πρόσθετα χαρακτηριστικά: παρέκαμψαν την Εφορία και τις αξιώσεις της για ρέφα («κυρ αστυνόμε μη βαράς / αφού καλά το ξέρεις/ πως η δουλειά μας είν’ αυτή/ και ρέφα μη γυρεύεις») και δεν συμπεριλάμβαναν στον εξοπλισμό τους τηλεόραση: όταν παράγεις κάτι τόσο λεπτό, αν τύχει να δεις τη φάτσα της Μέρκελ, του Σόιμπλε ή και κάτι δικών μας παιδιών, κινδυνεύεις να χρειαστείς εμετοσακούλα και να «πάρει» ξινίλα το τσίπουρο. Και ειδικά η γερμανική ξινίλα δεν παίζεται με τίποτε.
 
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Τί Στρατούλης τί Βαν Πέρσι (;)
› 
Stop loss από το …ΚΚΕ
› 
Το τέλος της (επιθεώρησης) εργασίας
› 
Ο Κόνο θα αποστάξει ξανά
› 
Σύγχρονοι μύθοι
© ΙΣΤΟΣ 2024
Δημήτρης Καστριώτης
Κατά τον ληξίαρχο, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Οι γονείς του, φιλότιμοι πλην κατ’ αποτέλεσμα άστοργοι, δεν τον προίκισαν αναλόγως, ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο οινόπνευμα, την αξία του οποίου φρόντισαν πάντως να του διδάξουν. Ένεκα η ανάγκη, εργάζεται ως δημοσιογράφος εφημερίδων και δικηγόρος από εικοσιπενταετίας. Αναπόφευκτα, πίνει λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε.
« Bloggers