Πριμ και στους «απελέκητους»;
4.9.2012 
Στις παλιές καλές εποχές, όταν επιτρέπονταν οι αμοιβαίες μετεγγραφές φοιτητών, ιστορείται ότι διάφοροι αριστούχοι της επαρχίας δήλωναν πρώτη προτίμηση την Αθήνα, περνούσαν και στη συνέχεια έβρισκαν κάποιον Αθηναίο που είχε επιτύχει στην (μικρότερης βαθμολογίας) πόλη της δικής τους οικογενειακής κατοικίας και έναντι χρηματικού αντιτίμου …σκάντζαραν σχολές.
 
Οι μετεγγραφές έκτοτε περιορίστηκαν, με διαρκή πάντως τα παράπονα για τα εκάστοτε παράθυρα των νόμων, ώσπου τελικά καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από τις λεγόμενες «ειδικές κατηγορίες»: κάποιες ομάδες (πολύτεκνοι, μουσουλμάνοι κλπ) δίνουν με προνομιακούς όρους για το 10% (συνολικά) των θέσεων, με αποτέλεσμα να εισάγονται συνήθως ακόμη και με βαθμολογία μικρότερη από εκείνη του τελευταίου επιτυχόντα της γενικής κατηγορίας. Το γεγονός αυτό προκάλεσε αντιδράσεις και για τα πρόσφατα αποτελέσματα καθώς –παραθέτω παράδειγμα από τα «Νέα»– π.χ. στο Μαθηματικό Αθηνών ο βαθμός του τελευταίου επιτυχόντος «κοινού θνητού» ήταν 16,36 ενώ του τελευταίου της κατηγορίας των πολυτέκνων 13,63 και του έσχατου των μουσουλμάνων 7,07. Όπως ανέφερε η ίδια εφημερίδα, υπήρξαν και σχολές όπου ο τελευταίος των ειδικών κατηγοριών εισήχθη ακόμη και με 2 ή 1,5.
 
Αυτό το τελευταίο, επιτρέψτε μου την υπόμνηση, το είχαμε σχεδόν συνηθίσει πριν επιβληθεί η βάση του δέκα ως όριο εισαγωγής: Ουκ ολίγοι υποψήφιοι γίνονταν δεκτοί σε αρκετά Τ.Ε.Ι. με βαθμολογία που πρόδιδε ότι στις εξετάσεις δεν είχαν γράψει πολύ περισσότερα από το όνομά τους. Μόλις θεσπίστηκε το δέκα, το 2008 πέντε τμήματα ΤΕΙ δεν είχαν κανέναν (!) επιτυχόντα, ενώ πολλά άλλα έμειναν με σημαντικά κενά σε σχέση με τον προβλεπόμενο αριθμό πρωτοετών.
 
Σε σχέση με τη γενικευμένη εκείνη παραδοξότητα, το ανάλογο που παρατηρείται με τις ειδικές κατηγορίες είναι πολύ πιο περιορισμένο, ο δε περί αυτό προβληματισμός πρέπει να συνυπολογίσει μία πρόσθετη παράμετρο. Ενώ η προηγούμενη κατάσταση οφειλόταν στην αθρόα δημιουργία τμημάτων όπου σχεδόν ουδείς αξιόλογος υποψήφιος ενδιαφερόταν να μπει (άλλωστε λιγότεροι από το 50% των σπουδαστών των ΤΕΙ αποφοιτούσαν από αυτά), το ζήτημα των ειδικών κατηγοριών άπτεται (και) αυτού που θα λέγαμε «θετικές διακρίσεις», του γνωστού παλαιού αμερικανικού affirmative action. Το κράτος εκτιμώντας ότι κάποιες κοινωνικές κατηγορίες, είτε λόγω οικονομικής καχεξίας είτε λόγω κοινωνικού περιγύρου, δεν μπορούν να ανταγωνιστούν επί ίσοις όροις τους υπολοίπους, τους παρέχει προνομιακή πρόσβαση σε ορισμένες θέσεις – και όχι μόνο στην εκπαίδευση. Το ανάλογο στην πολιτική είναι π.χ. η υποχρεωτική ποσόστωση στους συνδυασμούς υπέρ γυναικών ή μειονοτήτων, ενώ στις ΗΠΑ όταν ανθούσε η affirmative action είχε εφαρμογή ακόμη και σε ορισμένες «εκλεκτές» θέσεις, όπως π.χ. σε πανεπιστημιακές σχολές πολύ ψηλού συναγωνισμού.
 
Το πρώτο ερώτημα που γεννά η προσέγγιση του είδους είναι αν αυτές οι διακρίσεις ανταποκρίνονται στην ισονομία και το δίκαιο. Γιατί, εν προκειμένω, τα παιδιά των ειδικών κατηγοριών να αφήνουν εκτός νυμφώνος ικανότερους υποψήφιους της γενικής κατηγορίας; Δεν είναι άδικο;
 
Όπως σε όλα τα ανάλογα θέματα, «αντικειμενική» απάντηση δεν υπάρχει. Αν μείνουμε σε ατομικό επίπεδο, το αποτέλεσμα είναι ασφαλώς άδικο – ο υποψήφιος που έμεινε εκτός Μαθηματικού με βαθμό 16,20 αδικείται από το ότι κάποιες θέσεις καταλήφθηκαν από παιδιά με 14 και 15. Το ατομικό επίπεδο, όμως, δεν εξαντλεί το ζήτημα, αφού η αιτιολογία των θετικών διακρίσεων ανατρέχει σε ευρύτερο πλαίσιο αδικίας: ο καλός μαθητής των ειδικών κατηγοριών πρέπει, με βάση την επιχειρηματολογία της, να έχει μπόνους έναντι του καλυτέρου του της γενικής κατηγορίας, διότι δεν μπορεί να τον ανταγωνισθεί «στα ίσα» για κοινωνικούς λόγους. Πρόκειται για πολιτικό-αξιολογικό επιχείρημα, που δεν μπορεί να ξεπεράσει κανείς παρά μόνο αν ασπάζεται ότι σε τέτοια ζητήματα πρέπει να «μετριέται» μόνο η επίδοση καθενός και όχι ο στόχος της κοινωνίας να αυξήσει π.χ. τους μουσουλμάνους φοιτητές ή τις γυναίκες βουλευτές. Το μόνο που μπορεί να λεχθεί με σχετική βεβαιότητα είναι ότι οι «θετικές διακρίσεις» πρέπει να εφαρμόζονται με φειδώ και υπό την προϋπόθεση ότι όντως συμβάλλουν στη βελτίωση της θέσης των κοινωνικών μειονοτήτων. Αν για παράδειγμα η εφαρμογή τους δεν αυξάνει τους μειονοτικούς πτυχιούχους, αλλά μόνο φορτώνει τα πανεπιστήμια με αγράμματους, προφανώς πρέπει να επανεξετασθούν. Αυτό το συμπέρασμα, όμως, απαιτεί χρόνο.
 
Το δεύτερο ερώτημα βρίσκει ευκολότερη απάντηση. Ακόμη και αν δέχεται κανείς ότι οι «μειονοτικοί», για να τους πούμε έτσι, πρέπει να ενισχύονται, αυτό δεν επάγεται ότι πρέπει να εξασφαλίζουν τις πριμοδοτούμενες θέσεις ακόμη και όποτε δεν πληρούν τα ελάχιστα προαπαιτούμενα προκειμένου να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των θέσεων αυτών. Μαθητής που έγραψε για «διπλό» είναι προφανές ότι ή δεν εργάζεται ή δεν …μπορεί. Στην πρώτη περίπτωση ας μελετήσει περισσότερο. Στη δεύτερη αξίζει, ενδεχομένως, να βοηθηθεί εκεί που έχει δυνατότητες – όχι όμως να εισαχθεί στο πανεπιστήμιο. Κανείς δεν έχει άνευ όρων «δικαίωμα» να γίνει γιατρός, όπως δεν έχει να γίνει πρωταθλητής εκατό μέτρων…
 
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Τη μοναξιά (και τα αυτιά) σκοτώνει
› 
Να ακριβολογούμε, παρακαλώ
› 
Ουίσκι, το αδικημένο
› 
Smoking is good for you
› 
Η δουλειά κάνει τους άντρες
© ΙΣΤΟΣ 2019
Δημήτρης Καστριώτης
Κατά τον ληξίαρχο, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Οι γονείς του, φιλότιμοι πλην κατ’ αποτέλεσμα άστοργοι, δεν τον προίκισαν αναλόγως, ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο οινόπνευμα, την αξία του οποίου φρόντισαν πάντως να του διδάξουν. Ένεκα η ανάγκη, εργάζεται ως δημοσιογράφος εφημερίδων και δικηγόρος από εικοσιπενταετίας. Αναπόφευκτα, πίνει λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε.
« Bloggers