Η μεγάλη έτσουζε
3.6.2008 
Ανέκδοτο βγαλμένο απευθείας από την οικονομική ζωή και τα απρόοπτα των συναλλαγών. Ζιγκολό προικισμένος από πλευράς μεγέθους καλείται από υπερώριμη πλουσία. Διεξάγεται η απαραίτητη διαπραγμάτευση. «Πέντε ευρώ ο πόντος», δηλώνει ο …κολοσσός, «όσα τάλιρα δώσεις, τόσους πόντους βάζω». Από πόντους διαθέτει μέχρι τριάντα. Η πελάτις κρίνει ότι είκοσι αρκούν, είκοσι επί πέντε προκαταβάλλονται εν τη παλάμη και η «συνομιλία» περαιώνεται με αμοιβαία ικανοποίηση των συμβαλλομένων. Κατά την αποχώρηση του επαγγελματίου παραπονείται όμως νεαρή οικιακή βοηθός: «Για μας τα εργαζόμενα κορίτσια, τίποτε;». Αμείλικτος ο ζιγκολό, είναι το εργαλείο της δουλειάς της λέει, μετράει η κοπέλα κάτι κέρματα, καταλήγουν σε δέκα πόντους (επί πέντε, ίσον 50 ευρώ). Η συνεργασία, μοιραίως εν κρυπτώ, γίνεται σε καρέκλα της κουζίνας. Η ολισθηρότητα, όμως, του πατώματος (slippery το floor, ένεκα το πρόσφατο σφουγγάρισμα) προκαλεί πτώση του ζεύγους και ολική διείσδυση. Η νεαρά βογκά. Και εκεί εξανίσταται ο επαγγελματίας: «Εσύ βογκάς; Εδώ έπαθα εκατό ευρώ ζημιά!» (Νομική διευκρίνιση: το διαφυγόν κέρδος είναι ζημία.)
 
Προσωπικά, τους ακριβότερους πόντους δεν τους έχω συναντήσει σε συναλλαγές όπως η ως άνω (θα ήταν και δύσκολο λόγω διαφορετικών προτιμήσεων), αλλά σε μπαρ και δη σε ποτήρι μπίρα. Αντιλαμβάνομαι ότι ακούγομαι (ή διαβάζομαι) καρμίρης, αλλά πείτε μου αν έχω άδικο. Λοιπόν, ποτήρι μπύρας Heineken 0,4, δηλαδή 400ml, τιμή 4,5 ευρώ. «Βάλαμε και μεγάλη», με ενημερώνουν –χωρίς προειδοποίηση για την τιμή ανά πόντο. Καθώς πέφυκα πονόψυχος, είπα να περιορίσω την ταλαιπωρία του προσωπικού στις αναγομώσεις. Μεγάλη, λοιπόν. Ποτήρι 0,5, ήτοι 500ml, τιμή 6 ευρώ. Κλατς!… Ενάμισι ευρώ τα 100ml. Τα 400ml τιμώνται, το είπαμε, 4,5 ευρώ, ίσον εκεί τα 100ml κάνουν 1,125 ευρώ (στη Γαλλία, σε ανάλογο μαγαζί, τα 250ml ευρώ 1,20 –για να μην ξεχνιόμαστε). Το «άλμα», όμως, από τα 400 στα 500, αυτά τα κρίσιμα 100ml στοιχίζουν 1,5 ευρώ. Από το 1,125 στο 1,5 αύξηση 33%. Ουδέποτε ο ως άνω ζιγκολό, παρά το αμείλικτον του χαρακτήρος του, είχε σκεφθεί να χρεώσει παραπάνω τον εικοστόν πρώτο πόντο. Τιμή ανά μονάδα προϊόντος σταθερή. Αλλά, βέβαια, ο ζιγκολό δεν έχει μπαρ…
 
Αν είχε, θα έκανε και το άλλο. Από κόκκινο κρασί; Ορεινό Σπυρόπουλου. Στο σούπερ μάρκετ ευρώ έξι, στο μπαρ το μπουκάλι τριάντα. Ευτελέστατο ποσοστό κέρδους 500%. Έχουμε και άλλο καλύτερο, μου διευκρινίζουν, αλλ’ αυτό μόνο με το μπουκάλι, γιατί αλλιώς θα έπρεπε να χρεώνουμε το ποτήρι δεκαπέντε. Τι, βρε παιδιά, κανένα «St. Emilion Grand Cru»; «Παράγκα», απαντούν. Παράγκα όνομα και πράγμα –με πέτσινα πέναλτι στο 92΄.
 
Πάμφθηνος τελικώς ο επαγγελματίας του έρωτα. Πίνεις σπίτι σου και, μόνο με όσα εξοικονομείς από τις Heineken και το Ορεινό Σπυρόπουλου, γίνεται affordable ο (η) ζιγκολό. Και τον κερνάς και ένα ποτό.
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Τσόνη και Κατεσάρ
› 
Η καταστροφή της γλώσσας
› 
Ευγνώμονες με χρονοκαθυστέρηση
› 
Επικίνδυνοι τιμητές
› 
Η δουλειά κάνει τους άντρες
© ΙΣΤΟΣ 2021
Δημήτρης Καστριώτης
Κατά τον ληξίαρχο, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Οι γονείς του, φιλότιμοι πλην κατ’ αποτέλεσμα άστοργοι, δεν τον προίκισαν αναλόγως, ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο οινόπνευμα, την αξία του οποίου φρόντισαν πάντως να του διδάξουν. Ένεκα η ανάγκη, εργάζεται ως δημοσιογράφος εφημερίδων και δικηγόρος από εικοσιπενταετίας. Αναπόφευκτα, πίνει λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε.
« Bloggers