Ανθολογία ανοησίας
6.10.2009 
Το post αυτό έχει γραφεί πριν από τις εκλογές. Επίτηδες. Και το Homefood θα προλάβαινε ανέτως να το αναρτήσει αν το έστελνα αργά χθες - και εγώ θα προλάβαινα να γράψω με γνώση του αποτελέσματος, πολλώ μάλλον να σιάξω ένα «ψυγείο» (που λέμε στις εφημερίδες) κατάλληλο για οποιαδήποτε έκβαση της ψηφοφορίας και να το διανθίσω με μία παραγραφούλα της τελευταίας στιγμής ενδεικτική ότι είμαι εν γνώσει των τελικών αποτελεσμάτων. Όχι από ραθυμία, λοιπόν, ούτε λόγω τεχνικού κωλύματος. Επίτηδες. Επειδή φοβάμαι πως αν το αφήσω για μετά, θα θέλω ίσως άλλα να γράψω – και δεν … θέλω.
 

Κάθε φορά που έχουμε εκλογές, θυμάμαι τον Γκαλμπρέιθ. Όχι ότι δεν τον μνημονεύω τις υπόλοιπες μέρες. Αλλά στις προεκλογικές περιόδους το πράγμα παραπάει. Και μου θυμίζει κάθε λεπτό την αποστροφή του: «δεν υπάρχει, καθώς φαίνεται, κοινωνία που να έπεσε ποτέ θύμα της ανίας. Ο άνθρωπος έχει αποκτήσει μιά κατάδηλη ικανότητα να αντέχει στο πλέον πομπώδες αράδιασμα κοινοτοπιών».
 

Δώστε βάση (όχι στην πενιά), παρακαλώ: δεν αναφέρομαι στους αρχηγούς. Αυτούς τους αποστρέφομαι μεν, τους κατανοώ δε. Τι να έλεγε, π.χ., ο Καραμανλής, μετά από τέτοια επίδοση στην αποτυχία; Τι άλλο παρά βαρύγδουπες μπαρούφες για συνέπεια και σκληρά μέτρα αλά Τσόρτσιλ; Τι άλλη φωτογραφία να έβγαζε στις στάσεις των λεωφορείων; Ή της Κουλιανού, για την τέρψη μας, ή, μια που επιμένει σε δική του, μια ρετουσαρισμένη με ύφος statesman του κώλου. Και ο Παπανδρέου τι να έκανε παρά να υποσχεθεί κάτι και να σηκώσει τα μανίκια αλά Ομπάμα; Ανθρώπινα πράγματα.
 

Οι άλλοι, όμως; Κάθε φορά, είτε ψηφίζουμε όλοι, είτε οι δικηγόροι, είτε οι φορτοεκφορτωτές (αλλά κυρίως στις κοινοβουλευτικές εκλογές), ξεπροβάλλουν απίθανοι με αγιογραφημένα βιογραφικά (έκανε, λέει, «ειδίκευση» στο Λονδίνο, χωρίς ούτε το πού ούτε το τι, μια που πέρασε μονάχα από τα μαγαζιά της Μποντ Στρητ), που αμέσως σπρώχνονται να κάνουν δηλώσεις, να γράψουν άρθρα, να συζητήσουν στα μήντια. Ούτε έχουν να πουν τίποτε, ούτε ξέρουν τίποτε να πουν, ούτε καν νοιάζονται γι’ αυτό που πραγματεύονται. Μόνο ταλαιπωρούν εκείνους που του γράφουν, γιατί συνήθως δεν γράφουν οι ίδιοι. Γλειψίματα στον αρχηγό και στο κόμμα, τετριμμένα συνθήματα, γενικότητες, αρλούμπες. Ένας γραπτός και προφορικός θόρυβος που σε κάνει να ξανασκέφτεσαι το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου και της μετάδοσης της σκέψης, μήπως, αν τέτοιες μεταδίδονται σκέψεις, είναι καλύτερο ένα φίμωτρο.
 

Αλλά εμείς σιωπηλοί. Ενώ ξέρουμε πως όλα αυτά είναι ανόητα, ενώ δεν τα διαβάζουμε, ενώ δεν τα ακούμε – ούτε όταν είμαστε παρόντες. Κανείς δεν λέει «άσε ρε φιλάρα», κανείς δεν δηλώνει ότι ξέρουμε πως είναι νούλες και δεν πρέπει να αξιώνουν να τους πάρουμε στα σοβαρά ούτε για τους τύπους. Άραγε επειδή έχουμε συνηθίσει στις πομπώδεις κοινοτοπίες, όπως έλεγε ο αείμνηστος Γκαλμπρέιθ; Ή επειδή πιστεύουμε ότι αυτές τις νούλες μπορεί αύριο να τις χρειαστούμε, μια που έτσι γίνονται οι δουλειές αλά γκρέκ, οπότε καλό είναι να το βουλώνει κανείς και να χειροκροτεί;
 

Εν πάση ειλικρινεία, ελπίζω το δεύτερο. Το συμφέρον το κατανοεί κανείς. Το αγνό χειροκρότημα στη βλακεία, όμως, δεν έχει ελαφρυντικά. Όπως λέει το ανέκδοτο, και στον Παράδεισο αμαρτίες συγχωρούν. Όχι μαλακίες.
 

Υ.Γ. Για να προλάβω τον φίλο Εικονολογά, απέναντι σ’ αυτές τις τρίχες δεν υπάρχει φάρμακο. Ακόμη και το Glenfarclas μόνο ως παυσίπονο λειτουργεί. Δεν θεραπεύει.
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
From Papakonstantinou to Eternity
› 
Τσίπουρινγκ και κουβερτούλα
› 
Η δουλειά κάνει τους άντρες
› 
Όταν ο γιατρός ήπιε Pilsner
› 
«Μαρξισμός» του παραλόγου
© ΙΣΤΟΣ 2021
Δημήτρης Καστριώτης
Κατά τον ληξίαρχο, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Οι γονείς του, φιλότιμοι πλην κατ’ αποτέλεσμα άστοργοι, δεν τον προίκισαν αναλόγως, ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο οινόπνευμα, την αξία του οποίου φρόντισαν πάντως να του διδάξουν. Ένεκα η ανάγκη, εργάζεται ως δημοσιογράφος εφημερίδων και δικηγόρος από εικοσιπενταετίας. Αναπόφευκτα, πίνει λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε.
« Bloggers