Τα καραβάνια (συνέχεια)
8.3.2010 - 9:44:54 AM 


 

Τα καραβάνια  ξεκινούσαν από την Θεσαλονίκη την επόμενη μέρα της τελετής απονομής των ενδεικτικών μας.Φυσικά από μέρες οι γονείς ετοίμαζαν τα τσουμπλέκια,τα στρωσίδια ,τα αντίσκηνα ,τα τρόφιμα.

Δεν ήταν και λίγο.

Τρείς μήνες διακοπές ηταν αυτές.

Εμείς το μόνο που κάναμε βέβαια ηταν να ετοιμάζουμε κανένα σάκο με τα μπανιερά μας και τίποτε άλλο.

Επεφταν λοιπόν οι μουσαμαδένιες τέντες πάνω από τα φορτηγάκια  που πολλές φορές φιλοξενούσαν το βιός και δύο οικογενειών μαζί και ξεκινούσε ένα λαικό πανηγύρι με όλη τη σημασία της λέξης.

Από το 1967 δέκα οικογένειες , πάντα οι ίδιες, κι από δίπλα ολο και κάποια νεόφερτη που την ξεσήκωναν οι δικοί μας τον χειμώνα μεταξύ τσίπουρων η κρασομεζέδων. Ετσι γίναμε πολλοί  και στο τέλος του 1972 αν δεν κάνω λάθος, ήμασταν καμιά πενηνταριά. Κι η δική μας τσακαλοπαρέα που ήταν τότε στις αρχές εντεκα παιδόπουλα όλα κι όλα, το τελευταίο καλοκαίρι του 72 ειχε πάνω από σαράντα εφήβους που ψιλοξυνιζόμασταν πλέον γι αυτό το είδος των διακοπών και γκρινιάζαμε γιατι  είχαν αρχίσει να έρχονται στ αυτιά μας ψίθυροι για τις Καβουρότρυπες  και τις Λαγουδέρες της Χαλκιδικής.

Τρομάρα μας αλλά ποιος από μας το σκεφτόταν τότε…

Το καραβάνι ξεκινούσε χαράματα κι επιανε τους πάνω δρόμους της πόλης για ν αποφύγει τον έλεγχο απ την Τροχαία,εκανε έναν κύκλο υποχρεωτικό μέσα από φρικτούς χωματόδρομους ,ταρακουνούσε το εμψυχο κι αψυχο υλικό του σε σημείο αγανάκτησης κι εμπαινε στο δρόμο προς την Επανωμή στρίβοντας αριστερα μετά από ένα παλιό αεροδρόμιο.Ηταν το  στρατιωτικό αεροδρόμιο της Θέρμης οπου τις ηλιόλουστες μέρες του χειμώνα μου μάθαινε ο πατέρας μου ισορροπίες κι ορθοπεταλιές στο ποδήλατο  και μετά, πολύ αργότερα  γκάζι ,φρένο, ντεμπραγιάζ σ ένα κάπως  εξευγενισμένο φορτηγάκι Ford Transit που χρησιμοποιούσε για τις δουλειές του.

Ο δρόμος προς την Επανωμή ειχε στροφές.

Πολλές στροφές και σκόνη.

Εμπαινε στα ρουθούνια μας ,καθόταν πάνω στα μαλλιά μας  και στις βλεφαρίδες μας και μύριζε χωματίλα  και πίσσα  απ τα πρόχειρα μπαλώματα της ασφάλτου που ηταν γεμάτη τρύπες και λακούβες.Πίσω στις καρότσες έτριζαν οι καρέκλες και τα κατσαρολικά ,κατρακυλούσαν τα μπιτόνια,ξεκουνιόταν οι γλάστρες με τον βασιλικό και πότε πότε τσίριζαν από την θέση του συνοδηγού οι μαμάδες. Αλλά με τσιρίδα που είχε πάντα κρεσέντο, άλτο  και κατέληγε μάλλον σε καντάτα με το πρώτο βλοσυρό βλέμμα του μπαμπά οδηγού. που   άρχιζε να «λιβανίζει» μες απ τα δόντια του άγιους και δαίμονες.

Μετά έπεφτε βαθειά ησυχία .Οι μαμάδες έσφιγγαν τα λάστιχα απ τις καπελίνες κάτω απ το πηγούνι τους, περιδιάβαιναν με το βλέμμα στις τιράντες  απ τα καινούργια τσίτια τους  και γύριζαν ελαφρώς δεξιά το πόδι τους κοιτώντας με καμάρι τα καινούργια τους τα πέδιλα απ το Τιπ Τοπ. Μετά  γυριζαν  το κεφάλι προς το παράθυρο κι αφήνονταν  με μισοκλειστα μάτια  στα κιτρινισμένα χωράφια και στην κούραση τους κι ολους τους υπόλοιπους στην ζωή  μας.

 Εμείς  γελούσαμε.

Με λυγμούς.

Με γέλια που ξεκινούσαν βαθειά απ την κοιλιά μας ,τράνταζαν τα άγουρα στήθη μας  και σφυροκοπούσαν τα μηνίγγια  μας ,γαλάκτωναν το ασπράδι των ματιών μας και κατέληγαν σε ποταμάκια δακρύων στα πρόσωπα μας παίρνοντας μαζί τους την σκόνη.

Κι ηταν στ αλήθεια μαγικές εκείνες οι στιγμές .Γιατι ακόμη και τώρα όταν τις θυμάμαι διώχνουν  τη σκόνη απ την ψυχή μου και τα δάκρυα γίνονται ίδια με κείνα. Λυτρωτικά κι ανάλαφρα.

Η διαδρομή διαρκούσε πάνω από μιάμιση  ώρα.

Και βέβαια με το που φτάναμε άρχιζε η τρεχάλα.

Τρέχοντας πετούσαμε σαγιονάρες ,σορτσάκια  και μακό από πάνω μας ,βουτούσαμε  με το κεφάλι απ τα ρηχά κι έξυναν τον βυθό οι κοιλιές μας, αλλά δεν μας ενοιαζε τίποτα.

Μόνο τη θάλασσα  θέλαμε.

Αυτήν και τον κόσμο της.

Την επιφάνεια και τον βυθό της.

Μας τρέλαινε ,μας μεθούσε η επαφή με το νερό και την άμμο.

Μας συνέπαιρναν τα πλάσματά της .Μας εκαναν ευτυχισμένους.

Το καλοκαίρι δικό μας,η θάλασσα στα πόδια μας, οι γιαγιάδες κι οι παππούδες παράξενα πλάσματα που έλεγαν μόνο παραμύθια κι ο θάνατος άγνωστη έννοια.

Ζούσαμε.

(ακολουθεί)


 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Αλλαγή εποχής, φροντίδα για τα χαλιά και τις φλοκάτες
› 
Τι τρώγαμε μικροί
› 
Αλλαγή εποχής μέρος β΄: Η φροντίδα για τις ντουλάπες
› 
Ζάχαρη
› 
Η πρώτη φωτιά (Β' μέρος)
© ΙΣΤΟΣ 2018
Φαραώνα
Η Νατάσσα Φωκιανίδου ζει στη Θεσσαλονίκη και ασχολείται με τη μικροϋφαντική.
« Bloggers