Οι κλειδοκράτορες του Αυγούστου
19.8.2010 
Σαν σκηνή από ταινία εποχής: Ο φύλακας του εγκαταλελειμμένου εργοστασίου ή η οικονόμος της τεράστιας, άδειας βίλας περιφέρουν τα βαριά βήματά τους στα κενά δωμάτια. Με τις σκιές τους να αποκτούν απόκοσμες διαστάσεις όπως προβάλλονται μεγεθυσμένες και παραμορφωμένες στους τοίχους και στα έπιπλα – αποτέλεσμα των παιχνιδιών του φωτός που μπαίνει από τα παντζούρια για να διαλύσει το παχύ σκοτάδι που επικρατεί στο εσωτερικό.


Τέτοιες εικόνες ανακαλώ – και βιώνω – κάθε χρόνο τέτοιες ημέρες, όταν κρατώντας μια αρμαθιά κλειδιά, την ώρα που πέφτει ο ήλιος, μπαινοβγαίνω σε σπίτια γνωστών και φίλων που παραθερίζουν για να ποτίσω τα λουλούδια τους. Αλλά κυρίως για να επιβεβαιώσω στα αγωνιώδη τηλεφωνήματά τους που επαναλαμβάνονται κάθε δύο-τρεις ημέρες ότι: Όχι, το σπίτι δεν το έχουν ανοίξει (ακόμη) και ότι, όχι, κανένας γείτονας δεν άκουσε ύποπτους θορύβους από την ταράτσα (ακόμη) – ίσως επειδή τέτοια εποχή λείπουν όλοι οι γείτονες;


Παλαιότερα – την κάνω πολλά χρόνια την εποχική δουλειά, αφού παίρνω την άδειά μου τον Σεπτέμβριο – η έγνοια όλων ήταν μη μαραθεί η γαρδένια (που στο τέλος μαραινόταν). Σήμερα τα λουλούδια είναι η πρόφαση. Το θέμα είναι ο διαρρήκτης. Τον οποίο, κάθε φορά που βάζω το κλειδί στην πόρτα, παρακαλώ να μη βρω μέσα στο σπίτι να με περιμένει.


Επειδή λοιπόν δεν έχω καμία όρεξη να τον συναντήσω, έχω αναπτύξει τεχνικές με τις οποίες τον προειδοποιώ για την άφιξή μου. Ώστε αν είναι κλεφτρόνι να προφτάσει να εξαφανιστεί προτού μπω (αν είναι σχιζοφρενής δολοφόνος, δεν με σώζει τίποτε...). Ξεκινώ από την είσοδο της πολυκατοικίας, βροντώντας την εξώπορτα ώστε να κάνει όσο το δυνατόν πιο έντονο αντίλαλο στους διαδρόμους. («Κλέφτη, με ακούς; Έρχομαι!»). Στη συνέχεια, ενώ περιμένω το ασανσέρ τραγουδάω, δήθεν ανέμελα: τη μία «Τραβιάτα», την άλλη Τσιτσάνη, την παράλλη Βίσση, ανάλογα με την ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρίσκομαι. («Κλέφτη, με ξανακούς; Έρχομαι είπα!»). Όταν φτάσει ο θάλαμος πηδάω μέσα με όλο το βάρος μου, ώστε να προκληθεί νέος σαματάς – πότε θα ξεκολλήσει η αλυσίδα και θα καταλήξω στο υπόγειο; – ενώ όσο ανεβαίνω τόσο πιο δυνατά τραγουδώ, χτυπώντας ρυθμικά το χέρι μου στην ξύλινη κάσα. («Κλέφτη, σχεδόν έφτασα!»).


Η μέθοδός μου έχει βεβαίως και τους κινδύνους της. Τις προάλλες, όταν έφτασα στον τέταρτο όροφο, βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με μια κυρία που μοίραζε διαφημιστικά φυλλάδια για ντελίβερι πίτσας. Η οποία κυρία, όσο εγώ τραγουδούσα και σφύριζα – «Αΐντα» εκείνη την ημέρα, το «Patria mia» –, σίγουρος ότι ήμουν ολομόναχος στο κτίριο, απολάμβανε το ρεσιτάλ μου. Ήμουν πάνω στο κόντρα ντο του «Non ti vedrο mai piu!» όταν η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε και πέσαμε μούρη με μούρη. Η μούρη της ντελιβερούς σκασμένη στα γέλια. Η δική μου μπορντο-πορτοκαλο-κανελο-κόκκινη από την ντροπή. «Καλησπέρα σας» είπα σοβαρά και την προσπέρασα, αφήνοντας την άρια ημιτελή. Νομίζω ότι την ακούω να γελάει ενώ διηγείται τη συνάντηση με «τον τρελό που έκανε την Κάλλας».


Κανονικά θα έπρεπε να της κάνω παρατήρηση, σκέφτηκα μετά. Όχι επειδή δεν χειροκρότησε την τέχνη μου, αλλά για τα βρωμόχαρτα με τις φωτογραφημένες πίτσες που άφηνε στο πάτωμα, έξω από τις πόρτες. Πρώτον, το προϊόν φαινόταν εξαιρετικά κακής ποιότητας: το τυρί σαν βαλσαμωμένο, το ζαμπόν σαν πλαστικό, η πιπεριά εντελώς μαραμένη. Δεύτερον, και κυριότερο, αυτούς τους μήνες, αν παρατηρήσεις τα διαφημιστικά έντυπα που στοιβάζονται κατά δεκάδες πάνω στα χαλάκια των εισόδων, μπορείς να καταλάβεις ποια σπίτια είναι κλειστά και να τα… επισκεφθείς. Στις πόρτες ο χαρτοπολτός προδίδει την απουσία!


Αυτά τα σπίτια θα επιλέξουν οι επιτήδειοι, σκέφτηκα, και αποφάσισα να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου και να μαζέψω τα προσπέκτους από όλες τις πόρτες, όλων των ορόφων. Ώστε να εξαφανίσω τα στοιχεία που αποδείκνυαν ότι το εν λόγω συγκρότημα κατοικιών είναι (σχεδόν) άδειο. Προς στιγμήν αυτοθαυμάστηκα για την καλοσύνη μου, τη διάθεσή μου για ανιδιοτελή προσφορά. Μετά σκέφτηκα ότι αν αυτό το έκανα σε όλες τις πολυκατοικίες που έπρεπε να επισκεφθώ δεν θα μου έφτανε ο μήνας, και η καλοσύνη μού πέρασε.

 

Τουλάχιστον να μου κολλούσαν βαρέα ανθυγιεινά: Το μπες-βγες σε σκοτεινές εισόδους και σπίτια, στην ανασφαλή Αθήνα του 2010, δεν είναι ό,τι πιο light. Νιώθεις απροστάτευτος. Παρά την αστυνόμευση; Χωρίς να θέλω να τους αδικήσω, οι ένστολοι που κυκλοφορούν δυο-δυο πάνω σε μηχανάκια δεν με έχουν πείσει. Πιο πολύ σε «ιδανικούς και ανάξιους εραστές» φέρνουν, έτσι χαριτωμένα όπως βολτάρουν σφίγγοντας ο πίσω τη μεσούλα του μπροστινού του (αν δεν φορούσε κάσκα, θα μπορούσε και να ακουμπάει τρυφερά το κεφάλι του στον ώμο του), παρά με ετοιμοπόλεμους Ράμπο που θα πατάξουν το έγκλημα.

 
Από το ολότελα όμως... Καλά που υπάρχουν και αυτά τα τρελά παιδιά και ζωντανεύουν τους δρόμους. Κατά τα άλλα, ερημιά. Κρίση ξεκρίση, εμείς κι εμείς μείναμε και αυτό το καλοκαίρι. Οι εποχικοί κηπουροί (δεν είμαι ο μοναδικός Mister Chance της Αθήνας, υποθέτω), οι κλειδοκράτορες του Αυγούστου, οι φύλακες των εγκαταλελειμμένων συνοικιών. Ο Νικήτας, ο δήμαρχος, θα έπρεπε να μας κόψει μισθό. Επιτελούμε κοινωνικό έργο. Στα βουνά οι εποχικοί πυροσβέστες, στις πόλεις οι εποχικοί φύλακες. Που τραγουδάνε και «Αΐντα» ενίοτε, για να κρατήσουν το επίπεδο ψηλά!


 
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Το τέλος των νεόπλουτων
› 
Φανουρόπιτα, πάει με όλα
› 
Της γυναίκας η ζωή
› 
Μπρος γκρεμός και πίσω σκότος
› 
Περιμένοντας τον γιατρό
© ΙΣΤΟΣ 2020
Κοσμάς Βίδος
Ο Κοσμάς Βίδος γράφει και (όποτε μπορεί) ταξιδεύει.
« Bloggers