Φανουρόπιτα, πάει με όλα
10.2.2011 
Ένα γλυκό δεν λείπει ποτέ από το σπίτι μας: η φανουρόπιτα, στην απενοχοποιημένη εκδοχή της «με μαύρη ζάχαρη και αλεύρι ολικής» κατά τη θεία Ιουλία – η οποία από τότε που άκουσε ότι το αλεύρι ολικής είναι πιο υγιεινό από το λευκό, το βάζει ακόμη και στο πλυντήριο, ως ενισχυτικό πλύσης. Εννοείται ότι ο μοναδικός λόγος για την επικράτηση της φανουρόπιτας είναι η αδυναμία που της έχει η θεία. Της θυμίζει τη μαμά της, που είχε χάσει φλουρί κωσταντινάτο και μόλις έταξε πίτα το βρήκε στον πάτο του καλαθιού με τα άπλυτα. «Όπου θα το έβρισκε ούτως ή άλλως όταν θα έβαζε μπουγάδα...». «Γιατί δεν μπορείς να δεχτείς ότι γίνονται και θαύματα! Γιατί πρέπει να τα εξηγείς όλα με τη λογική;». Το έχω αυτό το ελάττωμα. Με τη λογική προσπαθώ να εξηγήσω και την επιμονή της θείας να πηγαίνει στην εκκλησία φανουρόπιτες. Επ’ ουδενί πιστεύω τις δικαιολογίες της: Τη μία χάνει τα σκουλαρίκια της, την άλλη το νέο βιβλίο της Λένας Μαντά, την παράλλη δεν χάνει τίποτε, αλλά τάζει «να εμφανιστεί ένας γαμπρός για την κόρη μου». Ο νυμφίος, παρά τα επίμονα φουρνίσματα, παραμένει άφαντος, και αν σκάσει μύτη θα φύγει τρέχοντας όταν δει πώς έχει γίνει η επίδοξη νύφη. «Θεία, σταμάτα να φτιάχνεις γλυκά, της κάνεις κακό». «Η φανουρόπιτα δεν είναι γλυκό, είναι κάτι σαν σύμβολο πίστεως». Σύμβολο πίστεως που παχαίνει επικινδύνως.
 
Της ζήτησα, στα... σύμβολα που θα φτιάχνει από εδώ και μπρος, να χρησιμοποιεί υποκατάστατο ζάχαρης «και να είσαι σίγουρη, ο άγιος δεν θα παρεξηγηθεί». «Είσαι αμαρτωλός» με κοίταξε με το ύφος το περίεργο, κάτι ανάμεσα σε «ντροπή, άπιστε!» και «έλα, τώρα, μη με κάνεις να γελάσω» και συνέχισε: «Η αμαρτία τυφλώνει, το έγραψε η “Χριστιανική Σπίθα”». «Και το ζάχαρο τυφλώνει, κόψε τις φανουρόπιτες» αντεπιτέθηκα, όταν κόλλησε στο πρόσωπό μου την εκκλησιαστική εφημερίδα που διαβάζει όταν δεν διαβάζει Μαντά. «Η αμαρτία τυφλώνει» διάβασα και εγώ, όπου αμαρτία ήταν (και) ο έρωτας: «Όχι ο σώφρων έρως που ευλογεί η Εκκλησία στο μυστήριο του γάμου, αλλά ο αισχρός, το πάθος ή, μάλλον, η λύσσα για τη σάρκα. Το πάθος που σήμερα βρίσκεται σε μεγάλη έξαψη, που έγινε καμίνι και καίει την ανθρωπότητα και την πατρίδα μας και που τροφοδοτούμε τη φλόγα του με διδάγματα αθεΐας στα σχολεία, με αισχρά έντυπα και ταινίες της τηλεοράσεως...». Θεία μου, αν τα πιστεύεις αυτά, να παραγγείλω και εγώ μια φανουρόπιτα, μπας και φανερωθούν τα απολεσθέντα λογικά σου. Πήρε φωτιά η κουβέντα μας περί του ρόλου της Εκκλησίας στη σημερινή συγκυρία, αλλά κυρίως περί του νεοσυντηρητισμού που καλλιεργεί και που κατά τη γνώμη μου έχει γίνει της μοδός (δυστυχώς, υιοθετούμενος και από αρκετούς νέους ανθρώπους) από την εποχή του Χριστόδουλου και ύστερα. Λίγο αργότερα η θεία, ενοχλημένη από την ψυχραιμία με την οποία αντιμετωπίζω «τον κίνδυνο του 666», ένιωσε «κάτι σαν υπογλυκαιμία». Και ξέσπασε στη φανουρόπιτα. Εγώ, εκνευρισμένος με την κακή επιρροή που έχουν επάνω της κάτι περίεργοι πνευματικοί (εκείνοι με τα άπειρα «μη» και την τιμωριολαγνεία) αποτέλειωσα το δικό μου κομμάτι (όποτε συγχύζομαι θέλω γλυκό) ενισχύοντάς το με μια γερή στρώση μερέντας.
 
Τότε, το μάτι μου έπεσε στο έτερο φυλλάδιο που η θεία είχε φέρει στο σπίτι, ένα τρίπτυχο για τις ιεραποστολές. Διαβάζοντάς το, ενώ μασούσα τη φανουρόπιτα (την κάνει τέλεια), θυμήθηκα την καλή πλευρά της Εκκλησίας – που πολλοί εκπρόσωποί της κάνουν ό,τι μπορούν για να ξεχάσω διά παντός. Ο Επίσκοπος Μπουρούντι και Ρουάντας Σάββας ζητούσε βοήθεια «ώστε να μη σταματήσει το ιεραποστολικό έργο που περιμένουν ιδίως τα μικρά παιδιά. Παιδιά που έχουν δικαίωμα στη ζωή, πλάσματα του ίδιου Θεού. Τα περισσότερα δεν έχουν γονείς, τους έχασαν στον πόλεμο που τα συμφέροντα των δυτικών δημιούργησαν προκειμένου να συνεχίσουν την εκμετάλλευση του αφρικανικού πλούτου. Ο τρόμος είναι ακόμη ζωγραφισμένος στα προσωπάκια τους, κάθε περίεργος θόρυβος, κάθε κίνηση τα τρομάζει. Η δυστυχία τους είναι μεγάλη, μεγαλώνουν στους δρόμους και τις λάσπες και το καθημερινό τους φαγητό είναι λίγο ρύζι και φασόλια. Πολλά μένουν μέρες χωρίς τροφή. Η εκπαίδευση για αυτά είναι όνειρο άπιαστο, αφού εδώ δεν υπάρχει δωρεάν παιδεία, εκτός από τα ιεραποστολικά σχολεία».
 
Αυτό είναι! Ο ιερωμένος δεν χειροτονείται για να απαγορεύει (ακόμη και τον έρωτα και τα συμπαρομαρτούντα που... τυφλώνουν), για να περιορίζει, να τρομοκρατεί, να τιμωρεί, αλλά για να φροντίζει τους ανθρώπους. Αν στον κόσμο του το κόλπο με τη φανουρόπιτα πιάνει, προτείνω να τάζουμε καθημερινά από μία: για να φανερωθεί το χαμογελαστό πρόσωπο της ζωής. Για να ανευρεθεί και το χαμογελαστό (φιλάνθρωπο) πρόσωπό της Εκκλησίας. Το κρυμμένο πίσω από συμφέροντα (εκκλησιαστική περιουσία) και οπισθοδρομικές ιδέες (απόρριψη των εκτός γάμου ερωτικών σχέσεων, της καύσης των νεκρών, του Συμφώνου Συμβίωσης για ζευγάρια του ιδίου φύλου, του πολιτικού γάμου, των νέων ταυτοτήτων, την άρνηση των ιερέων να συντονιστούν με τις κοινωνικές επιταγές της εποχής κτλ.) όπως αυτές εκφράζονται στα έντυπα που μοιράζονται στους ναούς, στις τηλεοπτικές εμφανίσεις παπάδων και μητροπολιτών, στην προσπάθεια χειραγώγησης των πληθών από άμβωνος, ακόμη και σε ανακοινώσεις της Ιεράς Συνόδου. «Εγώ, πάντως, το κατιτί μου για τη Ρουάντα το έδωσα και στην Εκκλησία και στους Γιατρούς χωρίς Σύνορα, και στον Θεό και στους ακτιβιστές», μου τη βγήκε από τα αριστερά η θεία, προσθέτοντας με ειρωνεία, «εσύ, υποθέτω, θα έχεις επενδύσει το όποιο περίσσευμά σου στις εκπτώσεις». Με έκανε να αισθάνομαι άβολα. (Μεταξύ μας, κάτι τέτοιες στιγμές εύχομαι να υπήρχε και το αντίθετο της φανουρόπιτας, η εξαφανιζόπιτα, που την ψήνεις και εξαφανίζει όποιους σε ενοχλούν – έστω φέρνοντάς σε προ των ευθυνών σου. Μια εξαφανιζόπιτα που δεν θα παχαίνει κιόλας...)
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Το δώρο της εποχής
› 
Τα πάθη των ορθίων
› 
Στο δικό μου Ισλαμαμπάντ
› 
Μωρό μου, σκάσε...
› 
Σκοτώνοντας για πλάκα
© ΙΣΤΟΣ 2020
Κοσμάς Βίδος
Ο Κοσμάς Βίδος γράφει και (όποτε μπορεί) ταξιδεύει.
« Bloggers