Μπροστά στο ATM
24.7.2008 
Ανάθεμα στα ΑΤΜ τους, που, όποτε τα χρειάζεσαι, ή καθυστερούν ή... αναπαύονται! Για περισσότερη από μισή ώρα περιφερόμουν στο κέντρο της Αθήνας προσπαθώντας να πάρω χρήματα. Το πρώτο μηχάνημα που βρήκα λυπόταν, αλλά δεν μπορούσε να με εξυπηρετήσει – «Προσπαθήστε σε λίγο» –, το δεύτερο, χωρίς να λυπάται καθόλου, ήταν εκτός «λειτουργίας για τεχνικούς λόγους». Το τρίτο, κατά την παράδοση, έμελλε να είναι και φαρμακερό – για τα νεύρα μου. Καθώς, λοιπόν, το πλησίαζα, ξαφνικά ξεπρόβαλε από τη γωνία η ακατονόμαστη. Με γρήγορο δρασκελισμό – «Να χτυπούν τα τακουνάκια στα τσιμέντα στα πλακάκια» – με πρόλαβε, μπήκε μπροστά μου και έβαλε την κάρτα που κρατούσε στο χέρι της στην εγκοπή. Ήταν γύρω στα 60, καλοντυμένη και καλοχτενισμένη. Ήταν όμως και κάτι άλλο, όπως θα διαπίστωνα πολύ σύντομα: Μία από εκείνες/νους (δεν είναι λίγες/οι) που αντιμετωπίζουν τα ΑΤΜ ως άγνωστη, ανεξερεύνητη και εξαιρετικά... δυσπρόσιτη και επικίνδυνη περιοχή. Μία από εκείνους που, όποτε χρειάζεται να κάνουν ανάληψη, ταλαιπωρούνται απίστευτα. Και το χειρότερο, ταλαιπωρούν όσο δεν λέγεται τους άμοιρους που περιμένουν τη σειρά τους...
 
Έβαλε λοιπόν η κυρία την κάρτα της στη σχισμή, ενώ εγώ στάθηκα πίσω της και περίμενα. Πληκτρολόγησε έναν συνδυασμό, ο οποίος, όπως κατάλαβα, ήταν λανθασμένος. Δοκίμασε έναν δεύτερο, εξίσου «φάλτσο». «Πάλι λάθος... » μονολόγησε, δίνοντάς μου την αφορμή να τη συμβουλεύσω «Μη χρησιμοποιήσετε λάθος αριθμούς και την τρίτη φορά, γιατί θα σας καταπιεί την κάρτα». Με κοίταξε σχεδόν ενοχλημένη (ή τρομαγμένη που εγώ, ο άγνωστος, έχωνα τη μύτη μου στις υποθέσεις της;), πάτησε «ακύρωση» (αφού την έψαχνε και εγώ δεν ξέρω πόση ώρα) και πήρε την κάρτα της πίσω. Άρχισε να ψάχνει (υποθέτω για κάποιο χαρτάκι με τα σωστά νούμερα) μέσα σε ένα τεράστιο πορτοφόλι. «Συγγνώμη, μπορείτε να μας αφήσετε να προηγηθούμε επειδή βιαζόμαστε;» τόλμησε να ρωτήσει ο νεαρός που είχε σταθεί πίσω μου. «Τώρα, τελειώνω» απάντησε εκείνη χωρίς καν να τον κοιτάξει. Και έβγαλε από το πορτοφόλι της μια άλλη κάρτα. Την έβαλε και αυτή στη σχισμή. Για να πατήσει εκ νέου λάθος νούμερο. Αυτή τη φορά δεν έκανε δεύτερη προσπάθεια. Κάλεσε έναν αριθμό στο κινητό της. «Γιώργο; Έλα. Να σου πω, ξέχασα το... πώς το λένε; Το PIN, ναι. Το θυμάσαι; Για πες το. Δεν σε ακούω. Πώς; Τέσσερα... ». Ξαφνικά έστρεψε τα μάτια της επάνω μας. «Σας παρακαλώ, πηγαίνετε λίγο πιο πίσω» μας είπε, φοβούμενη μην και αποστηθίσουμε τον κωδικό και καταχραστούμε εντέχνως και υπούλως τα πλούτη της. Κοιταχτήκαμε με νόημα και παραμερίσαμε – τέσσερις είχαμε μαζευτεί. Η μαντάμ πήρε ένα στυλό και σημείωσε στην παλάμη της τον μαγικό αριθμό που της αποκάλυπτε ο Γιώργος. Ακολούθως, επιχείρησε να ξαναβάλει την κάρτα της στη σχισμή, να πατήσει το σωστό νούμερο... Ζήτω! Τα κατάφερε! Που λέει ο λόγος. Διότι, αντί να κάνει την πολυπόθητη ανάληψη, συνέχισε να πατάει ένα σωρό πλήκτρα και να στέκεται σκεπτική πάνω από λογής λογής λογαριασμούς. Μετά άρχισε να τους τυπώνει, τον ένα μετά τον άλλο. Πήρε πίσω την κάρτα της και ξανατηλεφώνησε στον Γιώργο.
 
«Έλα! Είμαι έξαλλη! Ο Ισαακίδης δεν έβαλε ακόμη το νοίκι. Καλά... Θα τον πάρω εγώ. Ε, θα τον πάρω, τι άλλο να κάνω;». Δεύτερο τηλεφώνημα, ενώ απέφευγε να γυρίσει να μας κοιτάξει, γνωρίζοντας, υποθέτω, ότι βράζαμε – δεν μπορεί, τα αρνητικά βάιμπ που αναδίναμε πρέπει να έσκαγαν κατευθείαν στην πλάτη της. Ωστόσο, τι και αν εμείς ήμασταν έτοιμοι να της χιμήξουμε και να τη δαγκώσουμε; Εκείνη, κυρία! Με το τηλεφωνάκι της στο ένα χέρι, με την καρτούλα της στο άλλο... «Κύριε Ισαακίδη, Τζούλια Γαστρούμπαρδου εδώ. Πάλι δεν μου έχετε βάλει το νοίκι. Πότε; Σε ποιον; Ααα... Θα το ελέγξω». Όπως και έκανε. Βγάζοντας μια τρίτη κάρτα από το πορτοφόλι της και επαναλαμβάνοντας τη γνωστή διαδικασία: «Παρακαλώ, δώστε PIN», «τι θέλετε να κάνετε;», «πατήστε OK»... Όλα τα πάτησε. Και OK και εκτύπωση και ξανά ΟΚ και ό,τι μπορείτε να φανταστείτε. Πάντοτε με μια έκφραση απορίας (για το πώς δουλεύουν αυτά τα μηχανήματα του διαβόλου) και άγχους (για να μην πω φόβου) αποτυπωμένη στο πρόσωπό της. Ακολούθως πήρε τον Γιώργο. «Έλα. Εγώ φταίω, έβλεπα άλλο λογαριασμό. Τα έβαλε. Πόσα να βγάλω;». «Ώσπου να βγάλεις εσύ λεφτά εμείς θα βγάλουμε τον καρκίνο» σχολίασε με τη βροντώδη φωνή της μια κυρία από το τέλος της ουράς που όλο και μεγάλωνε. Δεν την άκουσε; Έκανε ότι δεν την άκουσε; Συνέχισε, πάντως, να κάνει τη δουλειά της αγέρωχη. Πάλι από την αρχή: «Παρακαλώ, δώστε PIN», «Τι θέλετε να κάνετε;»... Θέλουμε να μην της ξαναβάλει ποτέ το νοίκι ο Ισαακίδης, σκεφτόμουν. Εκείνη, κυρία! Εκταμίευσε έναν χοντρό πάκο χρήματα – σε τρεις δόσεις, μη ρωτήσετε γιατί –, με κοίταξε πλαγίως πετώντας δύο... ευγενέστατα «τελειώνω, τελειώνω» και ξανατηλεφώνησε, αυτή τη φορά όχι στον Γιώργο αλλά στην Ντίνα. «Ντινά εσύ; Καλά είμαι, καλά... Λίγο τα πόδια μου, αλλά δεν βαριέσαι, το παλεύω... Ναι κάνω μπάνια. Στη Βουλιαγμένη πάω... Ναι, ναι... Με το πούλμαν. Μια χαρά είναι. Και κλιματισμό έχει. Όχι, παρέα δεν θέλω. Μόνη πάω... Για πες μου, όμως, πουλάκι μου επειδή βιάζομαι, πόσα λεφτά θέλεις να καταθέσω στον λογαριασμό σου; Σου φτάνουν;». «Της φτάνουν, κυρά μου! Της φτάνουν!» ξέσπασε εκ νέου η κυρία με τον «καρκίνο».
 
Όπως καταλαβαίνετε, η ιστορία δεν τελείωσε εδώ. Ακολούθησε καβγάς τρικούβερτος στον οποίο πήραμε μέρος όλοι οι παρευρισκόμενοι, βγήκε ο ψιλικατζής από το διπλανό μικρομάγαζο και προσπάθησε να εκτονώσει την κατάσταση, κάνοντάς την, αντ' αυτού, ακόμη χειρότερη – μέσα σε όλα ξαναπήρε και ο Γιώργος... Όταν το ΑΤΜ ελευθερώθηκε και περίμενε εμένα και μόνο εμένα, ένιωσα σχεδόν συγκίνηση. Θα έκανα επιτέλους τη δουλειά μου. Έβαλα την κάρτα μου, σχημάτισα το PIN, πάτησα όλα τα απαραίτητα κουμπιά και ξαφνικά... «Το μηχάνημα βρίσκεται προσωρινά εκτός λειτουργίας». Κατά πάσα πιθανότητα η ακατονόμαστη είχε πάρει τα τελευταία αποθέματα σε χαρτονομίσματα. Σε λίγο η Ντίνα της θα έτρωγε με χρυσά κουτάλια, ενώ εγώ δεν είχα να αγοράσω ούτε κουλούρι Θεσσαλονίκης. Αναχώρησα προς αναζήτηση του επόμενου πιο κοντινού ΑΤΜ. Περπάτησα αρκετά ώσπου να το βρω. Δεν ήταν άδειο. Μπροστά του στεκόταν μια ηλικιωμένη κυρία, η οποία βαστούσε την κάρτα στο χέρι της. «Αγόρι μου, με βοηθάς που δεν βλέπω;». Γιατί όχι. Έσπρωξα την κάρτα στην εγκοπή. «Σχηματίστε τον αριθμό σας» της λέω και απομακρύνομαι διακριτικά. «Δεν βλέπω, σου είπα. Έλα, δεν σε φοβάμαι, καλός φαίνεσαι. Χε, χε, χε. Έτσι κι αλλιώς τι να κλέψεις; Πάτα εσύ, τέσσερα... ». Πάτησα τέσσερα. «Δύο...». Πάτησα και δύο. «Στάσου τώρα, γιατί το άλλο δεν το θυμάμαι. Έξι είναι ή εννιά; Μάλλον έξι... ΄Η εννιά... ΄Η οκτώ;»...
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Μπράβο, τον σκοτώσαμε!
› 
Aπλοί και (κυρίως) γνήσιοι!
› 
Tα πιστωτικά όρια της υπομονής μου
› 
Πανακότα με σουβλάκι
› 
Τα… ωραία των Αθηνών
© ΙΣΤΟΣ 2019
Κοσμάς Βίδος
Ο Κοσμάς Βίδος γράφει και (όποτε μπορεί) ταξιδεύει.
« Bloggers