Αγαπάς την Ελλάδα; Απόδειξη!
21.1.2010 
Με τις αποδείξεις δεν τα πήγαινα ποτέ καλά. Πάντα ο ηρωικός φοροτεχνικός που επωμίζεται τη σύνταξη της φορολογικής μου δήλωσης – διαδικασία για την οποία του οφείλω αιώνια ευγνωμοσύνη, καθώς μου φαίνεται αδιανόητο το να την κάνω εγώ – παραπονιέται που δεν κρατώ ούτε ένα από τα μαγικά χαρτάκια. Ώσπου να, στριμώχτηκα και εγώ από τα «τερτίπια» της νέας κυβέρνησης και δεν μπορώ να το παίξω υπεράνω. «Ή θα αρχίσεις να μαζεύεις αποδείξεις ή θα πληρώσεις τα κέρατά σου» με τρομοκράτησαν γνωστοί και φίλοι. Αγόρασα λοιπόν έναν πλαστικό φάκελο και ξεκίνησα τη συλλογή – όποτε το θυμάμαι, γιατί ακόμη συχνά πυκνά το ξεχνώ και πετώ την εκάστοτε απόδειξη στα σκουπίδια μαζί με τη σακούλα που την περιείχε. Βεβαίως δεν θέλω ούτε να σκέφτομαι την ημέρα που θα ανοίξω τον φάκελο και θα αρχίσω να τακτοποιώ το περιεχόμενό του. Όχι, θα πέσω στα πόδια του ηρωικού φοροτεχνικού προκειμένου να το κάνει εκείνος, εγώ αποκλείεται να το αντέξω. (Πόσα «δεν θα αντέξω» είπα μέχρι σήμερα που τα άντεξα...). Ως τότε ελπίζω ο χρόνος να κυλάει εξαιρετικά αργά. Μόνο που όσο πιο αργά κυλάει τόσο αυτό θα «επιβαρύνει» τη συλλογή μου με τις αποδείξεις, με ενημέρωσε η εξαδέλφη μου, που είναι του οικονομικού της ΑΣΟΕΕ – τη στιγμή που εγώ είμαι του ανοικονόμητου γενικώς...


«Το πλαστικό δεν ενδείκνυται για τη φύλαξή τους», κοίταξε υποτιμητικά το φακελάκι μου, «να πάρεις ένα υφασμάτινο ώστε να αερίζονται». «Από μετάξι ακατέργαστο ή κατεργασμένο;» επιχείρησα για να αστειευτώ, για να επανέλθω κακήν κακώς στην τάξη με το πιο αυστηρό βλέμμα της. «Δεν είναι αστείο. Ένας ακόμη μεγάλος εχθρός των αποδείξεων είναι το φως. Θα τις βάλεις σε σκοτεινό συρτάρι». Από όπου το βράδυ θα ακούγονται ανατριχιαστικοί ψίθυροι που θα μετράνε ασυνάρτητα και δεν θα με αφήνουν να κοιμηθώ; Έχω δει ένα σχετικό θρίλερ. «Το θρίλερ θα το ζήσεις στο τέλος της χρονιάς αν δεν έχεις μαζέψει αρκετές αποδείξεις» παρεμβαίνει με όλη την αγάπη της η θεία Ιουλία. «Όπως ακριβώς το λέει η μαμά» με αγριοκοιτάζει και η εξαδέλφη μου και κόρη της (ίδια η μανούλα της όταν θέλει να μου «την πει») και συνεχίζει: «Επιπλέον, το μέρος όπου θα τις τοποθετήσεις δεν θα πρέπει να έχει υγρασία και...». Δεν την άκουγα πια, είχα κουραστεί. Και βρισκόμουν μόλις στις πρώτες ημέρες του 2010. Κάτι όμως η άρνησή μου να συσσωρεύσω όλον αυτόν τον χαρτοπολτό στα (σκοτεινά) συρτάρια μου (με την ξηρή ατμόσφαιρα), κάτι οι θολές διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης ότι θα αξιοποιηθούν μεν όλες οι αποδείξεις αλλά δεν είμαστε ακόμη αρκετά σίγουροι για το πώς θα γίνει αυτό, αποφάσισα να επαναστατήσω.


«Δεν θα μαζέψω αποδείξεις» δήλωσα ένα βράδυ στους φίλους μου πάνω από το τραπέζι της ταβέρνας όπου συχνάζουμε ενώ εκείνοι τσακώνονταν για το ποιος θα καταχωρούσε στον δικό του φάκελο την απόδειξη του δείπνου που είχαμε μόλις ολοκληρώσει. «Να τις δίνεις σε εμένα» πετάχτηκαν όλοι μαζί. Τότε άρχισα να ψυλλιάζομαι ότι η κατάσταση ήταν πολύ πιο σοβαρή από όσο νόμιζα. Και ύστερα από πιο ψύχραιμη σκέψη αποφάσισα να μη γίνω τσάμπα μάγκας – αν και το τσάμπα δεν είναι η κατάλληλη για την περίσταση λέξη. Άρχισα λοιπόν να μαζεύω και εγώ αποδείξεις. Όποτε μου δίνουν. Ένας ταξιτζής κόντεψε να μου δώσει ξύλο όταν του ζήτησα. Ένας περιπτεράς έβαλε τα γέλια. Να μη μιλήσω για τους μανάβηδες στη λαϊκή. Αυτοί, λέει, δεν μπορούν να κουβαλάνε μαζί τους την ταμειακή μηχανή. Ενώ εγώ μπορώ να γεμίζω τις τσάντες μου, τα σπίτια μου (όχι ότι έχω πολλά, μην το ακούσει κανένας της κυβέρνησης και με βάλει στο στόχαστρό του), τη ζωή μου (αυτή και αν την έχω μία) με το ατελείωτο ετούτο χαρτομάνι. ΄Η ο φοροτεχνικός μου μπορεί να βγάζει τα μάτια του καταγράφοντας επιμελώς: «22 Ιανουαρίου: 80 λεπτά για ψωμί, 23 Ιανουαρίου: 80 λεπτά για ψωμί, 24 Ιανουαρίου: 80 λεπτά για ψωμί, 25 Ιανουαρίου: 80 λεπτά για ψωμί...». Είναι αλήθεια, τρώω πολύ ψωμί, δεν συμφέρω. Τα τελευταία δε χρόνια έχω την αίσθηση ότι δεν συμφέρω το κράτος και που αναπνέω. Αντιθέτως του στοιχίζω πολύ, αν κρίνω από το πώς με τιμωρεί σε κάθε φορολογική μεταρρύθμιση, με φόρους, περιορισμούς και μαρτύρια όπως αυτό των αποδείξεων. Ελπίζοντας σε τι; Ότι θα παραδοθώ, θα ξαπλώσω κάτω και θα του επιτρέψω να σκυλεύσει το κουφάρι μου; Είναι, ό,τι και να λέμε, απελπιστικό να χρωστάς διαρκώς σε ένα κράτος που δεν σου δίνει σχεδόν τίποτε, ούτε καν ελπίδα. Μου προκαλεί έντονο εκνευρισμό (και ανασφάλεια) αυτή η κατάσταση. Τρέμω, επιπλέον, την ημέρα που θα έρθουν για έλεγχο, θα ανοίξω τον φάκελό μου για να δουν τις αποδείξεις και αυτές θα έχουν σβήσει, θα είναι λευκά χαρτιά. Τελικά λέω να τον αγοράσω τον υφασμάτινο φάκελο που μου πρότεινε η εξαδέλφη μου. Κάτι πρέπει να κάνω και με την υγρασία που έχουν τα συρτάρια του γραφείου μου.

 
 
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Το τέλος των νεόπλουτων
› 
Φανουρόπιτα, πάει με όλα
› 
Της γυναίκας η ζωή
› 
Μπρος γκρεμός και πίσω σκότος
› 
Περιμένοντας τον γιατρό
© ΙΣΤΟΣ 2020
Κοσμάς Βίδος
Ο Κοσμάς Βίδος γράφει και (όποτε μπορεί) ταξιδεύει.
« Bloggers