Τσε πίνω τσε κάνω κονόμα
13.7.2010 
Eιλικρινά τώρα, εντελώς μεταξύ μας, τι θα λέγατε σε έναν ιδιοκτήτη μπαρ που αυξάνει τις τιμές του και οι πωλήσεις πέφτουν τόσο, ώστε τα συνολικά του έσοδα να μειώνονται; Μπορώ να φανταστώ διάφορα σχόλια, αλλά νομίζω ότι ως προσφώνηση θα χρησιμοποιούσατε μετά βεβαιότητος τη γνωστή αγαπημένη λέξη από «μ».
 

Κάτι ανάλογο φαίνεται να συμβαίνει προς το παρόν με τα φορολογικά έσοδα. Η αύξηση στις ειδικές φορολογίες σε αλκοόλ, καύσιμα και καπνό μαζί με την αύξηση του ΦΠΑ προκάλεσαν, διαβάσαμε, τέτοια περιστολή της ζήτησης, ώστε τα φορολογικά έσοδα μειώθηκαν αντί να αυξηθούν. Και εδώ δεν ξέρει κανείς ποιον να πρωτοστολίσει- τα παιδιά από την τρόικα ή τα άλλα από το υπουργείο Οικονομικών;
 

Το κράτος, βέβαια, ξέρει ότι η ζήτηση πολλών από τα βαρύτατα φορολογούμενα προϊόντα είναι ανελαστική και ότι, μετά την αρχική αντίδραση, θα ανακάμψει, ώστε να αρχίσει να βλέπει περισσότερο χρήμα στα ταμεία. Άσχετα, όμως, από το αν θα περάσουμε σε καθαρή αύξηση έναντι της περασμένης χρονιάς, το ερώτημα θα παραμένει: μήπως αυτή η αύξηση εσόδων θα ήταν μεγαλύτερη αν οι φόροι αυξάνονταν λιγότερο, ώστε να μη μειωθεί καθόλου (ή να μειωθεί λίγο) η κατανάλωση; Αν ισχύει αυτό, έχουμε εμφανώς λαθεμένο υπολογισμό από τα ως άνω παλικάρια – και η επίπτωση του λάθους δεν είναι μόνο δημοσιονομική, αλλά και αρνητική για την ευημερία του κόσμου, που θα κατανάλωνε περισσότερο (και μην πιστεύετε όσους λένε ότι η κατανάλωση δεν είναι ευημερία – αν έχετε αμφιβολία ρωτήστε κάποιον από το Σουδάν).
 

Μπορεί, βέβαια, να έχει κανείς εμπιστοσύνη στους ιθύνοντες και να πιστεύει πως το έχουν ζυγιάσει το θέμα πριν καταλήξουν στις αυξήσεις. Προσωπικά δεν είμαι τόσο σίγουρος. Και δεν είναι μονάχα η μείωση των πωλήσεων που δεν ξέρω αν υπολογίστηκε με προσοχή. Είναι και το κίνητρο φοροδιαφυγής. Όσο ανεβαίνει ο φόρος σε κάτι, τόσο εντείνεται η επιθυμία να τον αποφύγεις – και αν όλοι παλεύουν πώς θα το πετύχουν οι έλεγχοι σπανίως φτάνουν ως αντιστάθμισμα. Η ερίτιμος δικηγορική πελατεία, ας πούμε, από 1ης Ιουλίου δηλώνει ευθαρσώς «να σας λείπουν οι αποδείξεις πάνω από το ελάχιστο υποχρεωτικό, τα επιπλέον όλα μαύρα» και, όποτε της υποδεικνύεται η αντικοινωνικότης της τοιαύτης στάσεως, απαντά έτι ευθαρσότερον «άμα έχεις κόλλημα με τον νόμο, το 23% του ΦΠΑ να το πληρώσεις εσύ», σημείο στο οποίο συνήθως τερματίζεται η συζήτηση.
 

Το αντιλαμβάνομαι πλήρως στον τομέα της κύριας ενασχόλησής μου: Όταν ο φόρος έχει πάει την τιμή της φιάλης (υπόμνηση: «φιάλη» λέγεται το μπουκάλι ουίσκι) στα σούπερ μάρκετ από 13 ευρώ στα 17,5 (34% αύξηση) και, πέραν αυτού, ζητείται από τα μπαρ να πληρώνουν ΦΠΑ στην τελική τιμή του ποτού 23% από 19%, θεωρώ ως πότης μάλλον αδύνατον να απορροφήσουν την αύξηση – και στέργω ανεπιφύλακτα στο να χτυπάνε μόνο το πρώτο μου ποτό προκειμένου να μου ταχρεώνουν όλα 5 ή 6 ευρώ το ένα αντί για 9 - τσε να τσερνάνε και κάτι. Συμπράττω σε παράβαση, βέβαια. Αλλά τσε πίνω τσε κάνω κονόμα.
         
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Ένας Jarvie στον (Πα)πάγο
› 
«Μαρξισμός» του παραλόγου
› 
Όχι άλλοι ...νόμοι!
› 
Ο Λαφαζάνης πήρε τ’ όπλο του
› 
Ο Κόνο θα αποστάξει ξανά
© ΙΣΤΟΣ 2020
Δημήτρης Καστριώτης
Κατά τον ληξίαρχο, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Οι γονείς του, φιλότιμοι πλην κατ’ αποτέλεσμα άστοργοι, δεν τον προίκισαν αναλόγως, ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο οινόπνευμα, την αξία του οποίου φρόντισαν πάντως να του διδάξουν. Ένεκα η ανάγκη, εργάζεται ως δημοσιογράφος εφημερίδων και δικηγόρος από εικοσιπενταετίας. Αναπόφευκτα, πίνει λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε.
« Bloggers