Η λαίδη και οι αλήτες (άνευ διοδίων)
18.1.2011 
Έλλην αρθρογράφος λογίζει ιδιαιτέρως έξυπνο (αν και αυτό μάλλον το πιστεύει για κάθε τι που λέει) τον αφορισμό ότι όσοι επιθυμούν παραλίες χωρίς εισιτήριο ή δρόμους χωρίς διόδια είναι τζαμπατζήδες έτοιμοι να αξιώσουν και δωρεάν μπύρα στην παραλία ή δωρεάν βενζίνη για την εκδρομή τους. Ότι η Γαλλία έχει χιλιόμετρα ελεύθερης παραλίας σε εξαιρετικά σημεία της και η Γερμανία λαμπρούς αυτοκινητόδρομους χωρίς διόδια το αντιπαρέρχεται- ακόμη και στην Εσπερία κάνουν λάθη.
 
Η άποψη ουδόλως θα ενδιέφερε, αν δεν εξέφραζε μία ευρύτερη αντίληψη που κάποιοι πολιτικοί την διατυπώνουν και επίσημα – ορισμένοι του ΠαΣοΚ από εποχής Σημίτη, άλλοι της Ν.Δ. (όπως Αλογοσκούφης και Σουφλιάς) αμέσως μετά. Σύμφωνα με αυτήν, ο καθένας πληρώνει ό,τι τον αφορά. Ο Έλληνας φορολογούμενος «δεν μπορεί», λένε, να πληρώνει το έλλειμμα των αστικών συγκοινωνιών της Αθήνας, όπως «δεν μπορεί» να πληρώνει την κατασκευή εθνικών οδών.
 
Ας αρχίσουμε από τη γλώσσα. Το «δεν μπορεί» είναι τρίχα. Χρησιμοποιείται για να προσδώσει μία χροιά υποτιθέμενου νομικού προβλήματος στο να χρηματοδοτείται ένα τοπικό έργο ή μία εστιασμένη παροχή από εκείνους που δεν ωφελούνται. Ωστόσο, κανένα τέτοιο πρόβλημα δεν υπάρχει, ούτε νομικό ούτε… συνταγματικό, για να μην παραλείψουμε τη δέουσα αναφορά στο Σύνταγμα, σύνηθες καρύκευμα κάθε συζήτησης. Για φόρους μιλάμε. Για εισόδημα που αντλεί το κράτος από τους πολίτες του, για να το κάνει ό,τι αποφασίσει – από όπλα και μισθούς υπουργών μέχρι δρόμους, λεωφορεία και νοσοκομεία, στην Καλαμάτα ή στο Διδυμότειχο. Ας αφήσουμε, λοιπόν, τα βαρύγδουπα «δεν μπορεί» και ας λέμε απλώς «δεν πιστεύω ότι πρέπει» - γιατί αυτό και μόνο συμβαίνει: εκφράζεται από κάθε ομιλητή μία αμιγώς αξιολογική άποψη.
 
Επί της ουσίας, τώρα. Γιατί δεν θα έπρεπε να πληρώνουν όλοι οι Έλληνες το έλλειμμα συγκοινωνιών των δύο μεγάλων πόλεων της χώρας; Προφανώς επειδή δεν τις χρησιμοποιούν. Aυτό, όμως, δεν ισχύει αποκλειστικά για τους κατοίκους άλλων πόλεων, αλλά και για όσους δεν χρησιμοποιούν τις συγκοινωνίες στην ίδια την πόλη τους. Γιατί να πληρώνουν; Γιατί, με την ίδια λογική, να πληρώνουν οιαδήποτε δημόσια υποδομή και υπηρεσία, από την οποία δεν αντλούν ανάλογο όφελος; Όσοι στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικό να μην πληρώνουν για τη δημόσια εκπαίδευση, όσοι έχουν ιδιωτική ασφάλεια να μην πληρώνουν δημόσιο ασφαλιστικό ταμείο, όσοι είναι φτωχοί να πηγαίνουν με τα πόδια εντός της πόλης τους και με… τίποτα εκτός αυτής (γιατί θα ακριβύνουν και τα ΚΤΕΛ και τα τρένα) κι άμα θέλουν παραλία να τη βλέπουν στην τηλεόραση. Αυτό υποστηρίζει η συγκεκριμένη άποψη – και αν δεν οδηγεί σε παραδοχές τόσο ακραίες όσο οι αμέσως παραπάνω, οδηγεί πάντως σε συγκοινωνίες με ψηλό εισιτήριο και κακή ποιότητα, δημόσια νοσοκομεία με συνθήκες στάβλου για τους μη έχοντες, πανεπιστήμια με δίδακτρα κ.ο.κ.
 
Προσέξτε, δεν εννοώ ότι όλες οι υποδομές πρέπει να παρέχονται δωρεάν, ούτε είμαι εναντίον των διοδίων. Όλα, όμως, είναι θέμα μέτρου και μείγματος. Για μένα, τουλάχιστον, είναι κοινωνικά απαράδεκτο να μην είναι ανοιχτές αρκετές καλές παραλίες της Αθήνας, ίσως επειδή έχω την παρωχημένη γνώμη ότι και ο φτωχότερος φτωχοδιάβολος δικαιούται την αναψυχή του μπάνιου. Όσο για τα διόδια, η άποψη των νυν υπουργών πως είναι δικαιότερο να τα πληρώνουν οι αυτοκινητιστές προσκρούει σε ορισμένες περιπτώσεις σε κάποιες -ασφαλώς ασήμαντες- λεπτομέρειες:
 
Πρώτη, ότι οι Έλληνες αυτοκινητιστές καλούνται σε πολλές οδούς να πληρώσουν πριν γίνουν οι δρόμοι και ενώ παραμένουν καρμανιόλες. Αν αύριο μεταναστεύσουν ή πάψουν να οδηγούν, θα έχουν πληρώσει ανταποδοτικό τέλος για μηδενική παροχή. Πρόκειται για πατέντα Σουφλιά που εξυπηρετεί το Δημόσιο και κυρίως τις τεχνικές εταιρείες (ή ορισμένες εξ αυτών), τη λογική της όμως δεν τη συμμερίζεται κανείς άλλος. Εκτός αν θεωρεί λογικό να πληρώνει διόδια στην Κορίνθου – Πατρών ως αντάλλαγμα για την ανάρτηση πινακίδων που προειδοποιούν ότι στα επόμενα χιλιόμετρα συμβαίνουν θανατηφόρα ατυχήματα.
 
Δεύτερη (λεπτομέρεια), ότι η ανταποδοτικότητα των διοδίων είναι χιλιομετρική. Αν ο κάτοικος του Καπανδριτίου ή της Στυλίδας πρέπει να ξεπαραδιάζεται για να κάνει πεντακόσια μέτρα, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αντιδρά λόγω τζαμπατζοσύνης και όχι επειδή κάποιοι του πιάνουν και τον κω, που θα έλεγε η Μαίρη Παναγιωταρά.
 
Τρίτη λεπτομέρεια – σ’ αυτήν έχω αδυναμία. Ο αυτοκινητόδρομος είναι δρόμος ταχύτητας. Δεν είναι ακριβώς εύλογο να κουτσουλάνε οι εταιρείες κάθε τόσο και έναν σταθμό διοδίων, ώστε ανά μερικές δεκάδες χιλιόμετρα να σταματάς δέκα λεπτά σε μία ουρά. Οι κουτόφραγκοι δεν είναι τυχαίο ότι έχουν εισιτήριο εισόδου και χρέωση στην έξοδο, ώστε να κάνεις και 400 χιλιόμετρα αδιάκοπα – κι ας πληρώνεις με τη μία στην έξοδο 24 ευρώ.
 
Εκτός αν οι δικοί μας έχουν άλλο στόχο. Να μη φτιάξουν τους δρόμους. Αντίθετα να αφήσουν μόνο μία λωρίδα για να μη γίνονται προσπεράσματα. Και να βάλουν διόδια ανά πέντε χιλιόμετρα. Με αυτό το σύστημα άντε να τρέξεις. Οπότε τέλος τα θανατηφόρα ατυχήματα. Τεράστια κοινωνική προσφορά. Το μόνο κακό είναι ότι δεν θα χρειάζονται πια οι προειδοποιητικές πινακίδες – κρίμα τόσα έξοδα…
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Ο Κόνο θα αποστάξει ξανά
› 
Αισιόδοξοι στη Ζαρούχλα
› 
Όταν ο γιατρός ήπιε Pilsner
› 
Η αρχόντισσα των ποσοστών
› 
Να ακριβολογούμε, παρακαλώ
© ΙΣΤΟΣ 2020
Δημήτρης Καστριώτης
Κατά τον ληξίαρχο, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Οι γονείς του, φιλότιμοι πλην κατ’ αποτέλεσμα άστοργοι, δεν τον προίκισαν αναλόγως, ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο οινόπνευμα, την αξία του οποίου φρόντισαν πάντως να του διδάξουν. Ένεκα η ανάγκη, εργάζεται ως δημοσιογράφος εφημερίδων και δικηγόρος από εικοσιπενταετίας. Αναπόφευκτα, πίνει λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε.
« Bloggers