Είδα στα μάτια τους τη βδελυγμία
1.3.2011 
«Δεν τους καταλαβαίνω μερικές φορές κάποιους ανθρώπους», είπε η Τίνα αφού ήπιε μια γερή γουλιά από το μεταλλικό νερό της – σε κοντό ποτήρι με δύο παγάκια- και έτριψε ελαφρά ανάμεσα στα δάχτυλα του αριστερού χεριού λίγο θυμάρι που έφερε προς τη μύτη σαν για να σνιφάρει – αλλά ήταν μόνο για την αύρα. «Έχουν», συνέχισε περίλυπη, «μια παράξενη εμμονή να θέλουν να χτίσουν στα οικόπεδά τους -ή να τα πουλήσουν- αντί να χαίρονται τον χέρσο τόπο, την ομορφιά της ερημιάς, τη δυνατότητα να φυτέψουν παντζάρια ή φωτοβολταϊκά – αν επιτραπούν τελικά, γιατί στη Νατούρα, τη φύση εννοώ, είναι κι αυτά μια παραφωνία, τυφλώνουν, λένε οι ειδικοί, την καφέ αρκούδα όταν βλέπει την αντανάκλασή τους από τα πενήντα χιλιόμετρα. Άσε το άλλο, ότι είναι όλοι στα τσίπουρα και στα τσιγάρα, αντί να απολαμβάνουν τον καθαρό αέρα και να βελτιώνουν τον χρόνο τους στα δέκα χιλιόμετρα.»
 
«Αυτό λες;», ρώτησε ο Γιώργος, κουρασμένος αλλά κρατώντας ακόμη ένα μικρό χαμόγελο από την περικοπή των συντάξεων, «δεν βλέπεις άλλα κι άλλα; Τι όνειρο μπορεί να έχει ένας λογικός άνθρωπος από το να βοηθάει το κράτος του; Δεν θα έπρεπε ο καθένας να χαίρεται, όταν σε κάθε πράγμα που αγοράζει ξέρει ότι το ένα τέταρτο – ή και τα τρία τέταρτα- είναι φόρος, να πάει μπροστά ο τόπος; Δεν περίμενες κάθε πολίτης να διαδηλώνει λέγοντας θέλω κι άλλο, στο 30% ο ΦΠΑ, και λίγο είναι, έχουμε λίπος να κάψουμε μέχρι να γίνουμε συλφίδες; Τίποτε αυτοί, όμως, τα πάχη τους τα κάλλη τους, όλο αντίδραση και γκρίνια ότι ανέβηκε το σούπερ μάρκετ και τα φροντιστήρια των παιδιών και τα καύσιμα. Κόψε, κύριε, το τσιγάρο και το κρασί, να δεις πώς σε μία βδομάδα έχεις βγάλει δύο ώρες φροντιστήριο του παιδιού. Κόψε και τα σαββατοκύριακα στο εξοχικό, να δεις πόσα κιλά φέτα εξοικονομείς. Δεν λέω να μπορούν να πάνε στην εξοχή τρέχοντας, όπως εσύ Τίνα μου, ας μείνουν στην Αθήνα, μια χαρά είναι. Στου Γκοβού την πόρτα όμως (αν και έπαιξε καλά στο ντέρμπι) – αυτοί όλο στο παράπονο. Δεν βλέπουν τους Αλβανούς που έχουν κάνει μικρές περιουσίες; Και τι δουλεύουν, τρίχες, δεκάξι ώρες την ημέρα χωρίς ρεπό.»
 
Δεν άντεξα να τους αντικρίζω στενοχωρημένους και μπήκα στην κουβέντα. «Δεν τους ξέρετε, βρε παιδιά;», είπα, «αφού γ..ιούνται» ήθελα να συμπληρώσω (πάντα μου άρεσε αυτή η αποστροφή για να κόβεις το παράπονο του συνομιλητή σου), συγκρατήθηκα, όμως, ήταν και κυρία μπροστά, «αφού δεν καταλαβαίνουν πόσο σκέφτεστε το καλό τους, παρωχημένοι άνθρωποι, κολλημένοι με το χρήμα, δεν χαίρονται να έχουν αγοράσει από κάποιον ένα οικόπεδο διακόσιες χιλιάδες και να τους γίνει ξαφνικά μποστάνι στα αζήτητα, ούτε να πίνουν Σουρωτή με λίγο λεμόνι να την ακούσουν, ούτε καν νιώθουν περήφανοι όταν πληρώνουν τη βενζίνη ακριβότερα απ’ όλη την Ευρώπη. Παράξενοι άνθρωποι. Δηλαδή, άνθρωποι.»
 
Το τελευταίο πόνεσε κάπως, τουλάχιστον έτσι φάνηκε. Κατά σατανική σύμπτωση εκείνη ακριβώς τη στιγμή πήρα από τον μπάρμαν το τέταρτο ουίσκι με την ίδια πρώτη και μόνη απόδειξη, άναψα ένα –παράνομο- τσιγάρο και είπα (στον μπάρμαν) κάτι σεξουαλικό για το σορτσάκι του Μήτρογλου – ή για το περιεχόμενό του, δεν θυμάμαι ακριβώς (αν και αυτόν τον τελευταίο έπαινο τον αναβάλλω συνήθως για τη μέρα που συν Αθηνά θα σώσουμε την κατηγορία).
 
Είδα στα μάτια τους τη βδελυγμία. Μικροπρεπής όπως είμαι, ανταπέδωσα τη φιλοφρόνηση.
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Πτωχευτική πρωτοχρονιά
› 
Η «κουλτούρα» του τζάμπα
› 
Ευγνώμονες με χρονοκαθυστέρηση
› 
Η δουλειά κάνει τους άντρες
› 
Άλλος για το βραβείο;
© ΙΣΤΟΣ 2020
Δημήτρης Καστριώτης
Κατά τον ληξίαρχο, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Οι γονείς του, φιλότιμοι πλην κατ’ αποτέλεσμα άστοργοι, δεν τον προίκισαν αναλόγως, ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο οινόπνευμα, την αξία του οποίου φρόντισαν πάντως να του διδάξουν. Ένεκα η ανάγκη, εργάζεται ως δημοσιογράφος εφημερίδων και δικηγόρος από εικοσιπενταετίας. Αναπόφευκτα, πίνει λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε.
« Bloggers