Το τι πριν από το γιατί
10.5.2011 
Πάνε λίγα χρόνια, τρία τουλάχιστον π.Μ. (προ Μνημονίου), που είχα λαθρακούσει συζήτηση δύο αγνώστων μου σε σχέση με την αγένεια των ταξιτζήδων. Εκείνος που έθιξε το θέμα έλεγε ότι είχε κουραστεί με τον ενικό, το απότομο ύφος και τις παράνομες επιλογές κούρσας, με βασικά δηλαδή γνωρίσματα της συμπαθέστατης κατά τα άλλα κίτρινης φυλής. Ο συνομιλητής του αντέτεινε ότι όλα αυτά έδειχναν, πάντως, μία γνησιότητα συμπεριφοράς, την οποία ο ίδιος προτιμούσε από την ψεύτικη επαγγελματική ευγένεια των ταξιτζήδων της Γερμανίας, όπου έλεγε ότι είχε ζήσει.
 
«Και τι με νοιάζει η γνησιότητα και ο αυθορμητισμός των ταξιτζήδων;», είχε απαντήσει ο απαυδημένος με την αγένεια – ούτε φίλοι του είναι, ούτε φιλενάδες του, είχε συμπληρώσει, να μην έχει γαϊδουρινή αντιμετώπιση στα ταξί τον ενδιέφερε, όπως και οι ταξιτζήδες εύλογα απαιτούσαν από αυτόν ευπρέπεια και όχι να επιδίδεται στο «πτύειν» (που έγραφαν παλιά στις συγκοινωνίες ότι απαγορεύεται – ακόμη απαγορεύεται αλλά δεν το γράφουν, δεν χρειάζεται πλέον) μέσα στα ταξί, αλλά να τους εξηγεί ότι του έμεινε λόγω παιδικού τραύματος από τον χωρισμό της αγαπημένης του θείας. «Πριν φτάσουμε στο γιατί, να βλέπουμε το τι» είχε πει χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι εν προκειμένω το «τι» ήταν αγένεια και αθλιότητα, ενώ το γιατί του ήταν απλώς ..αδιάφορο.
 
Θυμήθηκα τη συζήτηση αυτή τις προάλλες, όταν φίλος μου έλεγε περίπου τα ίδια, αλλά όχι για τους ταξιτζήδες – γενικά. Ελέω …μεταμοντερνισμού, υποστήριζε σαρκαστικά, έχουμε φτάσει στην Ελλάδα να ανατρέχουμε πολύ συχνά στο εικαζόμενο «γιατί», στα υποτιθέμενα αίτια των πραγμάτων –και μάλιστα στα ψυχολογικά, προσπερνώντας το «τι», τα γεγονότα και τις συμπεριφορές. Αγενής και εαυτούλης κάποιος στις εκδηλώσεις του, έλα μωρέ, το κάνει από ανασφάλεια, λέμε, παραμερίζοντας την απρέπεια. Λέτσος κάποιος άλλος, καλά, δεν έχει σημασία, ας μη στεκόμαστε στους τύπους. Αμελής ένας τρίτος στη δουλειά του, εντάξει, ποιος ξέρει τι σταυρό κουβαλάει ο καθένας. Το ότι και άλλοι δεν είναι τυπολάτρες, το ότι και άλλοι έχουν ανασφάλεια –ίσως και περισσότερο δικαιολογημένη, το ότι και άλλοι έχουν βάσανα, αλλά παραμένουν ευπρεπείς και άψογοι δεν το πολυσκεφτόμαστε. Και δεν το πολυσκεφτόμαστε ιδίως όποτε η προβληματική συμπεριφορά είναι η …δική μας.
 
Ο φίλος ισχυρίστηκε – και νομίζω ότι προσυπογράφω- πως αυτή η τάση, το να αντιπαρερχόμαστε το γεγονός αποβλέποντας αμέσως σε μία αθωωτική ή ελαφρυντική δικαιολογία, έχει επεκταθεί και στην αντίληψή μας για τα δημόσια πράγματα. Χρωστάμε επειδή η οικονομία μας είναι όπως είναι και οι μεγάλες δυτικές χώρες μας εκμεταλλεύονται, λέμε, και προσπερνάμε το πόσα χρωστάμε, πώς φτάσαμε να τα χρωστάμε κλπ, όπως παραπονιόμαστε για τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, αλλά προσπερνάμε το αν δουλεύει ή δεν δουλεύει το εκπαιδευτικό προσωπικό, το αν θελήσαμε ποτέ να είναι τα σχολεία και τα πανεπιστήμια ποιοτικά ή απλώς να μπαίνουμε και να βγαίνουμε εύκολα κ.ο.κ.
 
Μήπως όντως μάθαμε να αναζητούμε στα πάντα και με περισσή ευκολία ένα βολικό «γιατί», που μας απαλλάσσει από τις ευθύνες μας για τα στραβά «τι», που έχουμε ανεχθεί ή και (συν)δημιουργήσει; Μήπως δεν είναι μόνο εκμεταλλευτές οι ξένοι, αλλά και εμείς λιγάκι άκομψοι ταξιτζήδες που ο …αυθορμητισμός μας ουδένα ενδιαφέρει;
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Παγάκια Ανταρκτικής
› 
Οι υπόλοιποι μεγαλουργούμε
› 
Βρέχει μεγαλόσταυρους
› 
Τσόνη και Κατεσάρ
› 
Να ακριβολογούμε, παρακαλώ
© ΙΣΤΟΣ 2019
Δημήτρης Καστριώτης
Κατά τον ληξίαρχο, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Οι γονείς του, φιλότιμοι πλην κατ’ αποτέλεσμα άστοργοι, δεν τον προίκισαν αναλόγως, ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο οινόπνευμα, την αξία του οποίου φρόντισαν πάντως να του διδάξουν. Ένεκα η ανάγκη, εργάζεται ως δημοσιογράφος εφημερίδων και δικηγόρος από εικοσιπενταετίας. Αναπόφευκτα, πίνει λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε.
« Bloggers