Τελειώνει το φάρμακο
28.6.2011 
Ψυχραιμία, παιδιά. Μπορεί να επέρχεται το Μεσοπρόθεσμο, μπορεί να μας έχουν τρελάνει οι οικονομολόγοι που άλλος θέλει ευρωομόλογο, άλλος δραχμή (κανείς πάντως δεν έχει ύφος οικονομικά πάσχοντος ή αγωνιούντος), αλλά αυτό δεν είναι λόγος να μας παρασύρει το θυμικό.
 
Πόσες φορές, για παράδειγμα, δεν έχουμε πει στο τηλέφωνο «Κική, μου τελειώνει το φάρμακο», η Κική έχει απαντήσει «κατεβαίνω Κρήτη το Σάββατο, θα δω τον ξάδελφό μου και θα σε φτιάξω» - και δεν εννοούμε ούτε ντόπα, ούτε χόρτο Ζωνιανών, αλλά ότι τελειώνει η καλή η τσικουδιά, οπότε πρέπει να «δαγκώσουμε» και πάλι το στοκ του επίμονου αποστάκτη εξαδέλφου; Γιατί, δηλαδή, όταν λέει το ίδιο ένας μπασκετμπολίστας στον Κύριο Μάκη, να πάει ο νους μας στο κακό;
 
Ή, πάλι, όταν ένα παλικάρι που δεν είναι ακριβώς το ανφάν γκατέ της γειτονιάς, ρωτάει για κάποιον «ο κόσμος εκεί βλέπει ότι είναι μ….. δηλαδή, έτσι;», λέει τίποτε παράλογο; Το μόνο παράδοξο είναι ότι διατυπώνει την ερώτηση με κατάφαση, ότι δηλαδή έχει εμπιστοσύνη πως ο κόσμος εκεί βλέπει τέτοια πράγματα. Ενώ οι περισσότεροι το λέμε συνήθως αρνητικά: «μα καλά, δεν καταλαβαίνει ο κόσμος ότι αυτός είναι μ……;». [Το δίκιο το έχουμε εμείς. Όχι δεν καταλαβαίνει.]
 
Ένα βήμα ακόμη. Πείτε μου ως Έλληνες άξιοι του ονόματός μας, αν μας πάρει ένας φίλος και ρωτήσει διάφορα κρίσιμα θέματα της αρμοδιότητός μας, όπως: αν θα πτωχεύσουμε, αν θα δοθεί η πέμπτη δόση, αν ο αδελφός του τάδε επώνυμου είναι στην πραγματικότητα γιος του, αν ο δείνα πλεϊμπόι τα έχει με μουστακαλή ή αν είναι στημένο το ματς Βραζιλία – Τιμπουκτού να βγει όβερ, όχι πείτε μου, λέμε ποτέ «και που να ξέρω εγώ;». Δεν είναι σικ – και επίσης δεν προάγει τον διάλογο, δεν συνεχίζει την επαφή με τον συνομιλητή. Η σωστή –και συνήθης- απάντηση είναι: «λες; Θα πάρω ένα γνωστό μου που μπορεί να ξέρει ο μπατζανάκης του και θα σου πω.» Έτσι καλείς πάλι, λες τις δικές σου υποθετικές σκέψεις ως ψήγματα σκέψεων του μυημένου μπατζανάκη και η επικοινωνία παραμένει ζωντανή. Γιατί αποκλείουμε να έγινε έτσι; Επειδή, δηλαδή, είμαστε κοινωνικοί τύποι, θα μας τυλίξουν σε μία κόλλα χαρτί;
 
Για να μην πούμε και το άλλο, το σοβαρότερο – ότι όλα αυτά μπορεί να εμπλουτίζουν περαιτέρω το παίγνιο, φτιάχνοντας ένα … μετα-παίγνιο που θα έλεγαν οι επιστημολόγοι (ωραίος;). Θέλω να πω, το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι, έτσι; Το στοίχημα είναι επίσης παιχνίδι, σαν να λέμε παίγνιο επί του παιγνίου. Ε, μήπως το στήσιμο προσθέτει ένα τρίτο επίπεδο στο παίγνιο; Δεν διαβάζεις πια μόνο τις στατιστικές των ομάδων ούτε παρακολουθείς μόνο ποιοι παίκτες έχουν κάρτες ή είναι τραυματίες. Εκτός απ’ αυτά παρακολουθείς και πόσες φορές ομάδες του τάδε προέδρου ή του τάδε προπονητή έχασαν «παράλογα κι ωραία», μετράς το φιζίκ του διαιτητή ή του προέδρου του αντιπάλου, τον κόβεις για πόσα πουλιέται και παλεύεις να υποθέσεις αν οι άλλοι θα του τα δώσουν κοκ Διευρύνεται, δηλαδή, το φάσμα της πιθανολόγησης και του παιγνίου με καθαρά ανθρώπινες, γνήσια κοινωνικές συμπεριφορές, ξεπερνώντας βαρετές πτυχές όπως οι στημένες φάσεις, αν η ομάδα έχει φουνταριστό ή κεντρικούς μπακ καλούς στο ψηλό παιχνίδι. Το στοίχημα μεταφέρεται στον πυρήνα της ζωής.
 
Αλλά πόσοι άνθρωποι στην ιστορία, αντί να επαινεθούν για τις καινοτόμες προσπάθειές τους, κατέληξαν στη φυλακή...
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Και έτσι - και γιουβέτσι
› 
Βουλή για διαρκείας
› 
Πτωχευτική πρωτοχρονιά
› 
Ίσως αύριο...
› 
Σε ποιους (νομίζουν ότι) μιλάνε
© ΙΣΤΟΣ 2018
Δημήτρης Καστριώτης
Κατά τον ληξίαρχο, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Οι γονείς του, φιλότιμοι πλην κατ’ αποτέλεσμα άστοργοι, δεν τον προίκισαν αναλόγως, ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο οινόπνευμα, την αξία του οποίου φρόντισαν πάντως να του διδάξουν. Ένεκα η ανάγκη, εργάζεται ως δημοσιογράφος εφημερίδων και δικηγόρος από εικοσιπενταετίας. Αναπόφευκτα, πίνει λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε.
« Bloggers