Δεν πολεμιέται (αυτή) η αλλεργία
23.8.2011 
Τα στατιστικά στοιχεία για τις παράνομες πράξεις, μου είχε πει κάποτε αστυνομικός, είναι αναπόφευκτα ατελή. Όποτε παραβιάζεται κάποιο ιδιωτικό δικαίωμα, είναι βέβαια σύνηθες το έγκλημα να καταγγέλλεται από το θύμα και έτσι να μπορεί να καταγραφεί. Όταν όμως παραβιάζεται ένας κρατικός κανόνας που ενοχλεί όλους τους εμπλεκόμενους ιδιώτες, αναφορές δεν υπάρχουν. Τα «στοιχεία», λοιπόν, για το πόσα ναρκωτικά διοχετεύονται στην αγορά ή πόσο τσίπουρο αποστάζεται παράνομα δεν είναι κατά κυριολεξία στοιχεία, αλλά μάλλον εκτιμήσεις: συμπεράσματα από επιμέρους καταγραφές, όπως π.χ. από τις ποσότητες που κατάσχονται, βάσει των οποίων πιθανολογείται πόσο είναι το σύνολο της παραγωγής.
 
Σε αυτήν την ατέλεια αθροίζεται στην Ελλάδα και η ανεπάρκεια των επίσημων στατιστικών, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε μέχρι στιγμής να επιβεβαιώσουμε αν είναι βάσιμη η εκτίμηση διαφόρων ειδικών (διάβαζε αλκοολικών) ότι παρατηρείται λόγω προσιτότερης τιμής μία στροφή προς το τσίπουρο από αρκετούς που μέχρι προ τινος δεν άλλαζαν με τίποτε το ουίσκι. Η δε τιμή, προσθέτουν οι ειδήμονες, είναι χαμηλότερη όχι μόνο επειδή το τσίπουρο είναι ούτως ή άλλως φθηνότερο, αλλά και επειδή μεγάλος όγκος κυκλοφορεί ανεπίσημα, πράγμα που σημαίνει ότι έχει την ευελιξία να διαφεύγει επιβαρύνσεις (άλλοι τις λένε «νταβατζιλίκια») όπως η ειδική φορολογία και ο Φ.Π.Α.
 
Αν η υπόθεση αληθεύει, τα οικονομικά αποτελέσματα αποδεικνύονται άκρως ενδιαφέροντα. Σε πρώτη ανάγνωση, αφού το τσίπουρο παράγεται εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα από ελληνικά στέμφυλα, είναι προφανές ότι έχει πολύ ψηλή εγχώρια προστιθέμενη αξία (αν και όχι 100%, αφού χρειάζονται λιπάσματα, αλλά και μηχανήματα εισαγόμενα) σε σχέση με το ουίσκι, για το οποίο πληρώνουμε τους ξένους όχι μόνο την πρώτη ύλη, αλλά και τη φήμη των σημάτων τους – στα μπουζούκια όσο να πεις θα πιεις Τζόνι, όχι Χάνκι Μπάνιστερ. Καλά τα νέα, λοιπόν, από τη στροφή στην τσιπουροποσία.
 
Αλλά όχι για όλους. Το μεγαλύτερο κομμάτι της τιμής που πληρώνουμε για κάθε μπουκάλι ουίσκι (άλλως «φιάλη»), τουλάχιστον όταν το αγοράζουμε στο παντοπωλείο, είναι φόροι – όχι προς τη Σκοτία, αλλά προς το ελληνικό Δημόσιο. Από άποψη φορολογικής… προστιθέμενης αξίας, λοιπόν, βοηθάμε περισσότερο το κράτος πίνοντας ουίσκι παρά τσίπουρο. Παραδόξως, όμως, ενώ αυτό είναι ευχερώς κατανοητό και ενώ η φιλοπατρία όλων μας είναι αδιαμφισβήτητη, το θηλαστικό που λέγεται άνθρωπος πάσχει από έντονη αλλεργία στο να βγάζει από την τσέπη του ένα σοβαρότατο ποσό παραπάνω για κάθε μπουκαλάκι επειδή τάδε έφη Παπακωνσταντίνου ή Βενιζέλος – και προτιμά να σώζει λίγα ευρώ κάθε φορά αν μπορεί να αποφύγει το χαράτσι. Κι αυτό παρά τη θεαματική απόδοση που έχουν οι φόροι στη βελτίωση της ευζωίας των φορολογουμένων (χα-χα).
 
Ίσον, για να μη σας ταλαιπωρώ άλλο αυγουστιάτικα και παρατήσετε την ανάγνωση του παρόντος οι όσοι λίγοι την αρχίσατε, η στροφή στο τσίπουρο και εν γένει σε ό,τι μπορεί να διαλάθει την προσοχή του «τελώνη» αποτελεί μία μορφή άμυνας του καταναλωτή. Ο δε έφορος, όταν επιβάλλει φόρους στην κατανάλωση, πρέπει να μην ξεχνά ότι συμφέρον του είναι να μη μειώνονται σημαντικά οι πωλήσεις (γιατί τότε μειώνεται και το συνολικό έσοδό του) και άρα να αναζητεί το πρόσφορο μείγμα φόρων που θα κρατήσει τη ζήτηση σε ψηλό επίπεδο. Αλλιώς οι φορολογούμενοι, αθεράπευτα αλλεργικοί όπως είπαμε, θα ψάξουν για άλλες άκρες. Και σε κάποιο βαθμό θα τις βρουν.
 
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Η δουλειά κάνει τους άντρες
› 
Ο Κόνο θα αποστάξει ξανά
› 
«Μαρξισμός» του παραλόγου
› 
Ανοίξτε τα μπουκάλια!
› 
Μη χάσουμε τον εαυτό μας
© ΙΣΤΟΣ 2022
Δημήτρης Καστριώτης
Κατά τον ληξίαρχο, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Οι γονείς του, φιλότιμοι πλην κατ’ αποτέλεσμα άστοργοι, δεν τον προίκισαν αναλόγως, ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο οινόπνευμα, την αξία του οποίου φρόντισαν πάντως να του διδάξουν. Ένεκα η ανάγκη, εργάζεται ως δημοσιογράφος εφημερίδων και δικηγόρος από εικοσιπενταετίας. Αναπόφευκτα, πίνει λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε.
« Bloggers