Η βίβλος του επενδυτή
6.12.2011 
Θα το έχετε πιθανότατα δει σε κάποιο πρόσφατο μέιλ «to undisclosed recipients» - από αυτά που επικαλούνται ανύπαρκτα ονόματα επιστημόνων, λάθος χρόνους και εσφαλμένες χρηματικές αποτιμήσεις, διατηρώντας παρά ταύτα σημαντικό πυρήνα αλήθειας ή μάλλον σοφίας. Αν, λέει το μέιλ για να παραθέσω την ουσία του, τον Γενάρη του 2008 είχατε επενδύσει χίλια ευρώ σε μετοχές της Royal Bank of Scotland, σήμερα θα είχατε μετοχές αξίας 29 ευρώ. Αν είχατε προτιμήσει να τοποθετήσετε το ισόποσο σε μετοχές της Lehman Brothers θα είχατε 0 ευρώ. Αν όμως είχατε αγοράσει με το ποσόν αυτό καλό κρασί και το είχατε πιεί, θα είχατε ακόμη κενές φιάλες αξίας 46 ευρώ.
 
Λάθος, φυσικά, το τελευταίο - και όχι μόνο γλωσσικό (φιάλη είναι το μπουκάλι ουίσκι, για το κρασί λέμε μπουκάλι). Εν πρώτοις με ένα χιλιάρικο μπορεί να είχατε πάρει ένα ή δύο μπουκάλια (πολύ καλό) κρασί - και δύο κενά μπουκάλια δεν κάνουν ούτε 46 λεπτά. Αλλά και τριάντα κενά να είχατε, 46 ευρώ δεν θα αγοράζονταν. Σωστό, όμως, το «ηθικό δίδαγμα» - ότι πρέπει να ζει κανείς και το παρόν και τις χαρές της ζωής (ήτοι και το ποτό που είναι χαρά από μόνο του αλλά και καταλύτης για να νιώθει κανείς τις υπόλοιπες χαρές) και όχι να αποβλέπει μονάχα στο μέλλον. Το δίδαξε -κατά Μπιθικώτση- και ο μπατίρης ο Λουκάς «που είπε τούτη την κουβέντα τη μεγάλη/ πως τα λεφτά σου όσο ζεις αν δεν τα φας/ όταν πεθάνεις θα τα φάνε κάποιοι άλλοι». Και όσο ζεις, προσθέτω, πάλι μπορεί να στα φάνε κάποιοι άλλοι (ίδετε όχι μόνο την πτώση μετοχικών αξιών, αλλά και τους φόρους Βενιζέλου, Παπακωνσταντίνου και προκατόχων).
 
Ωστόσο ουδείς μπορεί να ζει με μόνο γνώμονα το παρόν. Ακόμη και αν ασπάζεται κανείς το μότο ότι «ζωή είναι ό,τι φας, ό,τι πιεις και ό,τι αρπάξει ο ..... σου», πάλι βρίσκεται ενώπιος της μέριμνας να έχει και αύριο κάτι να φάει, κάτι να πιεί και κάτι να αρπάξει ο μην τα λέμε τώρα. Επειδή δε σε κάποιο από όλα αυτά τα αύριο είναι βέβαιον ότι ο αποταμιευτής μας θα πεθάνει (ουδείς αθάνατος μέχρι τώρα), είναι εξίσου βέβαιο ότι μέρος της αποταμίευσης, ακόμη και αν ο αποταμιεύων την έχει σωρεύσει αποκλειστικά για τη δική του απόλαυση και ασφάλεια, θα το καρπωθεί κάποιος επόμενος.
 
Έτσι είναι η ζωή - και επειδή είναι έτσι, αναδεικνύεται το ατελές της παραπάνω συμβουλής να επενδύει κανείς μόνο σε καλό κρασί και όχι σε μετοχές. Το κρασί χαλάει, χρειάζεται ειδικούς χώρους και μόνο για ολιγοετή συντήρηση, σε δε δύσκολη περίοδο είναι πιθανόν να μην βρίσκονται εύκολα αγοραστές για αληθινά καλό κρασί παρά μόνο αν ο πωλητής το «σκοτώσει», οπότε όμως ζημιώνεται. Εδώ ο φίλος και γνωστός οικονομικός αναλυτής Γ. (σιγά μην αποκαλύψω το όνομα) εισφέρει τη διόρθωση-ολοκλήρωση της παραπάνω συμβουλής για μια επένδυση ευζωίας. Αν έχει κανείς λεφτά, σημειώνει, και (ορθώς) φοβάται πού μπορεί να φτάσουμε (ήτοι σε δραχμή και ακόμη χειρότερα), μπορεί να τα βγάλει έξω. Μπορεί να αγοράσει χρυσό. Ακόμη καλύτερα, όμως, αν έχει χώρο, μπορεί να αγοράσει πολύ, αλλά μιλάμε για πολύ Τζόνι Γουόκερ κόκκινο. Δεν χαλάει, είναι αναγνωρίσιμο, είναι φτηνό, ακόμη και σε συνθήκες κατοχής (μπρρ...) πάντα κάποιος θα θέλει μία φιάλη με αντάλλαγμα τρία λίτρα λάδι ή δεκαπέντε πακέτα τσιγάρα ή πέντε κιλά στάρι, η δε τιμή θα προσαυξάνεται πάντα όχι μόνο με τον πληθωρισμό, αλλά και με τον ΦΠΑ και τις ειδικές φορολογίες που θα εμπνέεται ο εκάστοτε αποτυχημένος υπουργός Οικονομικών κουνώντας το δάχτυλό του στον πολίτη.
 
Ο μόνος κίνδυνος για τον επενδυτή; Να μελαγχολήσει με τις εξελίξεις και να... πιεί τις αποταμιεύσεις του μόνος του. Κι αυτό, όμως, είναι καλύτερο από το να έχει μετοχές. Διότι, από τότε που έγιναν άυλες, ούτε να τις κάνει ταπετσαρία μπορεί ούτε να τις βάλει εκεί όπου θα ήθελε κάτι να αρπάξει...
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Ο Κόνο θα αποστάξει ξανά
› 
Αισιόδοξοι στη Ζαρούχλα
› 
Πτωχευτική πρωτοχρονιά
› 
Όταν ο γιατρός ήπιε Pilsner
› 
Όχι άλλοι ...νόμοι!
© ΙΣΤΟΣ 2020
Δημήτρης Καστριώτης
Κατά τον ληξίαρχο, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Οι γονείς του, φιλότιμοι πλην κατ’ αποτέλεσμα άστοργοι, δεν τον προίκισαν αναλόγως, ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο οινόπνευμα, την αξία του οποίου φρόντισαν πάντως να του διδάξουν. Ένεκα η ανάγκη, εργάζεται ως δημοσιογράφος εφημερίδων και δικηγόρος από εικοσιπενταετίας. Αναπόφευκτα, πίνει λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε.
« Bloggers