Γουρ’ν’πούλα auf Naxos
14.8.2012 
Όλα άρχισαν με ένα σφάλμα, μια απρονοησία. Είναι αλήθεια ότι τυχαίνει συχνά, κατ’ εξακολούθηση που λένε, τόσο που ίσως κάποιοι θα το απέδιδαν όχι σε αμέλεια αλλά σε ενδεχόμενο δόλο. Προ μηνός, για να μην πολυλογούμε, επισκεπτόμενοι με έναν φίλο άλλον φίλο μας στη Νάξο ήπιαμε κατά λάθος σχεδόν όλη τη ρακή του, όπως και το μεγαλύτερο μέρος από το στοκ της τοπικής ταβέρνας. Μ’ αυτό το σφάλμα χτίσαμε μια κάποια φήμη στην περιοχή. Όχι κακή, είναι αλήθεια, αλλά από αυτές που κάνουν τους ανθρώπους να κρύβουν τα μπουκάλιά τους μόλις μπαίνεις σπίτι τους. Μόνη δυνατή εξιλέωση: να βοηθήσουμε στον τρύγο ως πενιχρή συμβολή στην ανανέωση των αποθεμάτων, στων οποίων την εξάντληση είχαμε προηγουμένως συναυτουργήσει.
 
Στη Νάξο τα σταφύλια ζαχαρώνουν γρήγορα, ώστε ο τρύγος έγινε την περασμένη εβδομάδα. Ο οικοδεσπότης μας είχε επιμεληθεί την ψυχική-πνευματική προετοιμασία μας με άκρα λεπτομέρεια. Πρώτα ήπιαμε (και) όση ρακή είχε προηγουμένως κατορθώσει να περισώσει. Στη συνέχεια αναγνώσαμε βασικά αποσπάσματα από την οικονομική θεωρία του Ρικάρντο, ώστε να έχουμε εντυπωμένο στο μυαλό μας ότι η αξία κάθε πράγματος υπολογίζεται με βάση την ποσότητα εργασίας που χρειάζεται για την παραγωγή του (πράγμα που συχνά λησμονείται εσχάτως στον ελληνικό δημόσιο λόγο, σύμφωνα με μερίδα του οποίου πρέπει κάποιοι να δουλεύουν και να δανείζουν τις αποταμιεύσεις τους σε κάποιους άλλους που θα τις τρώνε αγύριστες). Ο οικοδεσπότης μας δεν ενδιαφερόταν, βέβαια, για τον δημόσιο λόγο – απλώς είχε την ελπίδα ότι, αν μας έπιανε η μέση μας από τον τρύγο και το πατητήρι, μπορεί να σκεφτόμασταν εφεξής ότι η ρακή δεν πέφτει σαν τη βροχή από τον ουρανό και να την πίναμε με μέτρο. (Είναι περιττό να πω ότι η ελπίδα του δικαιώθηκε μόνο ως προς το λουμπάγκο. Ρακή δεν αφήσαμε ούτε σταγόνα.)
 
Αφού με αυτήν την προπαρασκευή εκτιμήσαμε την αξία του προϊόντος που καταναλώναμε, έμενε μόνο να εκτιμήσουμε και τη χαρά της εργασίας. Άνθρωπος φύσει δημοκρατικός, ο οικοδεσπότης μας δεν θα διανοούνταν να κρεμάσει κανένα πανό τύπου «η εργασία απελευθερώνει», όπως στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των γερμανών. Απλώς έβαλε την Ενάτη συμφωνία του Μπετόβεν, ώστε την ώρα που κοψομεσιαζόμασταν να μας γεννιέται η επιθυμία να του απευθύνουμε την ωδή προς τη χαρά για την αναψυχή που μας προσέφερε. Και αυτό ακριβώς το αίσθημα είχαμε (μαζί με το λουμπάγκο).
 
Εν ολίγοις τρυγήσαμε, πατήσαμε – και στη συνέχεια δείξαμε τα δόντιά μας σε ένα γουρουνάκι που είχε σφαγιασθεί στα δεκαπέντε κιλά του, τρία από τα οποία εξασφαλίστηκαν με πλειοδοσία και γνωριμίες, όπως αρμόζει στον καπιταλισμό και στην ελληνική παράδοση. Και όλο αυτό συνέθεσε μερικές από τις ωραιότερες μέρες διακοπών, ίσως επειδή, πέρα από τη ζωντάνια αυτών των ωρών, θυμηθήκαμε την αξία της γης, της εργασίας και της κοινής προσπάθειας – και το ότι ο κόπος μπορεί να δίνει χαρά.
 
[Κατά διαφορετική άποψη, την οποία απορρίπτω κατηγορηματικά, στη χαρά συνέβαλε η συμπτωματική συμμετοχή στον τρύγο ορισμένων κοριτσιών με εξαιρετική μόρφωση, όπως πρόδιδε η όψη των γοφών τους.]
 
Καλό υπόλοιπο διακοπών και δύναμη για τα επερχόμενα!
 
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Η δουλειά κάνει τους άντρες
› 
Τη μοναξιά (και τα αυτιά) σκοτώνει
› 
Το κορίτσι του Glenrothes
› 
Ο σατράπης με τα όσκαρ
› 
Παγάκια Ανταρκτικής
© ΙΣΤΟΣ 2019
Δημήτρης Καστριώτης
Κατά τον ληξίαρχο, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Οι γονείς του, φιλότιμοι πλην κατ’ αποτέλεσμα άστοργοι, δεν τον προίκισαν αναλόγως, ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο οινόπνευμα, την αξία του οποίου φρόντισαν πάντως να του διδάξουν. Ένεκα η ανάγκη, εργάζεται ως δημοσιογράφος εφημερίδων και δικηγόρος από εικοσιπενταετίας. Αναπόφευκτα, πίνει λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε.
« Bloggers