Θηλυκός Τσαρλς Μπρόνσον
3.3.2009 
Πρέπει να ήταν 1980 ή 1981. Σε μια γαλλική ταινία, νομίζω το «Celles qu’ on n’ a pas eues» (ήγουν «εκείνες που δεν μας κάτσανε»), μια ελαφρώς αλλόκοτη έπαιζε πιάνο στο σαλόνι –παράξενοι ήχοι, ασυνεχείς, χωρίς μελωδία. Ο επίδοξος εραστής εισήλθε. Η κυρία διέκοψε. «Στοκχάουζεν», είπε «είναι τόσο ωραίο». Ο επίδοξος, meanwhile, είχε φρικάρει.


Φίλος με βαθιά κουλτούρα (ήδη ασχολείται αποκλειστικώς με αθλητικά και ανάγνωση λεξικών) και ταλέντο στον μεταφορικό λόγο το αξιοποίησε αμέσως. Είχε ήδη από καιρό υιοθετήσει το «εδώ έχει πιάνο» ως καλλιεπέστερο του «θα μας πιάσουν τον κώλο» και το εμπλούτισε. Σε φοιτητική εκδρομή κάπου προς Παρνασσό είχαμε μπει σε καφέ μπαρ. Άδειο και σιωπηλό λόγω μεσημεριού, αλλά εκδήλως κιριλοβλαχομπαρόκ. «Μμμ, έχει πιάνο», διέγνωσε ο φίλος. «Πού;», ρώτησε βλακωδώς βλαξ συμφοιτητής μας. «Καλά δεν ακούς;», τον αποπήρε ο ειδήμων, «Στοκχάουζεν».


Όπως διάβασα στους Times (καθ’ υπόδειξιν Ιωάννου Βαρβάκη, που υπέμνησε πρόσφατα τι σημαίνει εξήντα λεπτά για ένα κουλούρι), όπου να ’ναι θα έχει Στοκχάουζεν και σε παμπ του Λονδίνου. Ο περίφημος σεφ τάδε αποφάσισε, λέει, να τιμολογεί το pint της μπίρας 5 λίρες. Ίσον 5,5-6 ευρώ (ανάλογα με την ισοτιμία) για σκάρτο μισό λίτρο. Σάλος εν Βρετανία. Η μέση τιμή του μισόλιτρου κινείται στις 3 λίρες (συν - πλην 10%), ενώ πρόσφατα μια αλυσίδα μπαρ άρχισε να προσφέρει μία από τις μάρκες της έναντι μιας λίρας με το ελληνικό σλόγκαν «μία μπίρα-μία λίρα». Ενόψει αυτών, τα 6 ευρώ που αξιώνει ο σεφ προκάλεσαν βιβλικές αντιδράσεις. «Είχεν αυτούς (τους μπιράκηδες) φόβος και έκστασις».


Σιγά τα ωά. Αν οι Άγγλοι γέννησαν τώρα Στοκχάουζεν, εμείς έχουμε πήξει. Και Ραχμάνινοφ και ό,τι βάλει ο νους. Παντού. Σε κάθε συνοικία. Ευρώ 4,5 τα 400 ml, ευρώ 6 το μισόλιτρο –και όχι τίποτα ιδιαίτερο, Heineken. Στην καλύτερη εκδοχή 5,5 ευρώ το μισόλιτρο της Pilsner. Και με αυστηρότητα. Δεκαπέντε ουίσκι και τρία ποτήρια κρασί ευρώ 110 με κέρασμα ένα σε αυτόν που έμεινε τελευταίος –οι άλλοι πληρωμένοι μέχρι ρανίδος. Βεβαίως, οι Στοκχάουζεν αιτιολογούν. Νοίκια, έξοδα, προσωπικό και τα τοιαύτα. Όμως και στο Σεν Ζερμέν ντε Πρε πληρώνουν νοίκι. Και δίνανε το μισόλιτρο 2,40.


Εμείς όμως πηγαίνουμε. Όχι μόνο «για ένα ποτάκι» (τι μαλακία κι αυτό το υποκοριστικό) και για οφθαλμόλουτρο, που θα ήταν κατανοητό. Αλλά και για serious drinking. «Θα βρεθούμε για μπίρα εκεί», εννοώντας δέκα μπίρες έκαστος. «Εκείειει;» Εκεί έχει κλασική επίπλωση. Κερνάει κιόλας. Αλλά σε ξεβρακώνει κανονικά.


Η δε άτιμη η ιδιοκτήτρια, ένα πλάσμα έκτακτο, είναι είρων. Είχε δει τον Τσαρλς Μπρόνσον ως εκδικητή της νύχτας να κάνει με το χέρι του σε έναν αλήτη το σήμα του πιστολιού. Μόλις με βλέπει, παίρνει το γλυκύτερο χαμόγελό της και κάνει με τα δάχτυλα σαν να παίζει πιάνο. Δεν χρειάζεται, βέβαια. Αν ξέρεις, ακούς τον Σοπέν πριν καν μπεις.
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Από την αντίσταση στους φετφάδες
› 
Σιγά μην τρέχει στη Χαβάη
› 
Το ύφος τα λέει όλα
› 
Οι υπόλοιποι μεγαλουργούμε
› 
Ο σατράπης με τα όσκαρ
© ΙΣΤΟΣ 2019
Δημήτρης Καστριώτης
Κατά τον ληξίαρχο, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Οι γονείς του, φιλότιμοι πλην κατ’ αποτέλεσμα άστοργοι, δεν τον προίκισαν αναλόγως, ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο οινόπνευμα, την αξία του οποίου φρόντισαν πάντως να του διδάξουν. Ένεκα η ανάγκη, εργάζεται ως δημοσιογράφος εφημερίδων και δικηγόρος από εικοσιπενταετίας. Αναπόφευκτα, πίνει λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε.
« Bloggers