Μέησον – Προυστ, σημειώσατε 1
9.2.2010 
Μια που στην ανάρτηση της περασμένης εβδομάδας θυμήθηκα τους Αμερικανούς κινηματογραφικούς δικηγόρους, αρμόζει να πω ποιόν απ’ αυτούς ζηλεύω περισσότερο. Δεν είναι ακριβώς κινηματογραφικός, αλλά μυθιστορηματικός, παιδί του Ερλ Στάνλεϋ Γκάρντνερ, τα έργα του οποίου ενέπνευσαν τηλεοπτική σειρά και πλήθος τηλεταινιών. Ο Πέρρυ Μέησον, φυσικά, με την πιστή γραμματέα του Ντέλλα Στρητ (φωτογραφία). [Ακόμη μαίνεται η διαφωνία των φανατικών αναγνωστών αν το ζεύγος μοιραζόταν ενίοτε και το κρεβάτι πέραν του γραφείου – θέμα άκρως γοητευτικό αφού προϋποθέτει την παραδοχή ότι η ζωή των μυθιστορηματικών ηρώων δεν περιορίζεται στα πλαίσια που θέτει ο συγγραφέας.]
 

Ο Πέρρυ, λοιπόν, είναι από τους λίγους ανθρώπους που έχω ζηλέψει τόσο. Η δράση του είναι, βέβαια, περισσότερο αστυνομική (με τη συνδρομή του ιδιωτικού ντετέκτιβ Πολ Ντρέικ, που μαθαίνει τα πάντα αλλά καταλαβαίνει την πλήρη σημασία τους ένα μήνα μετά τον Μέησον) παρά δικηγορική – αλλά προσέξτε. Πάει μία κυρία χωρίς ραντεβού, του λέει μια σκοτεινή ιστορία, της ζητάει ένα δολάριο, ίσα να αποδεικνύεται ότι προσλήφθηκε δικηγόρος της. Μετά η μαντάμ χάνεται. Ο Μέησον την αναζητεί, βάζει ιδία δαπάνη τον Ντρέικ να μάθει για την ίδια, τον εργοδότη της και όλο τους το σόι, μαθαίνει ότι η εν λόγω την έχει κάνει για το Ελ Πάσο, νοικιάζει (ο Μέησον) ιδιωτικό αεροπλάνο, πάει από το L.A. στο Φοίνιξ, από εκεί παίρνει το αεροπλάνο της γραμμής -δύο εισιτήρια, αυτός και η Ντέλλα-, όλα αυτά μόνο για να μάθει τι γίνεται. (Στο τέλος, εννοείται, κερδίζει και πληρώνεται γενναιόδωρα.)
 

Κοιτάξτε τώρα τη διαφορά. Ο Έλληνας Μέησον, τον οποίον επισκέπτεται μία κυρία (ή κύριος) που εν συνεχεία χάνεται, καταλαβαίνει ότι η εξαφάνιση οφείλεται στο ότι ο/η πελάτης κάνει «σόπινγκ» συμβουλών δωρεάν. Όχι αεροπλάνο δεν παίρνει ο λόγιερ, όχι ντετέκτιβ δεν προσλαμβάνει, αλλά κλαίει τον τζάμπα χρόνο που διέθεσε. Αν μάλιστα έχει δώσει και καμία καλή συμβουλή, ανάμεσα στους λυγμούς του χαμένου χρόνου πετάει και κανένα «τι μαλάκας είμαι». Τόση μικρότητα.
 

Δεν είναι, όμως, το μεγαλείο του Μέησον που ζηλεύω. Αυτό που κυρίως θαυμάζω είναι η αξιοποίηση του χρόνου. Ο Προυστ δεν έχει να του πει τίποτε. Ο Μέησον φτάνει στο γραφείο, η Ντέλλα αναγγέλλει αιφνιδιαστικό επισκέπτη, λένε του κόσμου τα πράγματα, δέκα σελίδες και βάλε – και στο τέλος η ώρα είναι ακόμη δέκα και μισή. Ο Μέησον καλεί τον Ντρέικ, του εξηγεί, κάνει τρία τηλεφωνήματα, πάει στο σπίτι της γυναίκας του πελάτη, μαθαίνει την ιστορία της οικογένειας από καταβολής Λος Άντζελες – και η ώρα είναι ακόμη μία. Τηλεφώνημα από τον Ντρέικ, κρίσιμη πληροφορία. Ο Μέησον πάει στο Λας Βέγκας, συναντιέται με τον εκεί ντετέκτιβ, μετά με μία κουκλάρα, γυρίζει στο γραφείο, παίρνει τη Ντέλλα και πάνε για κοκτέιλ και δείπνο, τελειώνουν – και είναι ακόμη εννέα παρά τέταρτο!
 

Μιλάμε για αγριόγατους, για θαύματα παραγωγικότητας (κλαίει στους ουρανούς ο Σταχάνοφ, που νόμιζε πώς είχε το ρεκόρ), για Σουμάχερ των μετακινήσεων χωρίς φόρμουλα ένα. Διότι εδώ ιν Άθενς, Γκρης, όταν έρθει το πρωί ο απρόσμενος πελάτης, πει την ιστορία του και τελειώσει (βοηθούμενος από συνεχείς παραινέσεις του Έλληνος Μέησον – «να τελειώνουμε, επιτέλους»), η ώρα είναι τρεις το μεσημέρι. Με το πέρας της εν συνεχεία τηλεφωνικής επικοινωνίας με τη γυναίκα του πελάτη (η οποία διακόπτεται από διαδοχικά τηλεφωνήματα του ίδιου του πελάτη, που έχει προ τετάρτου φύγει από το δικηγορικό γραφείο, στο κινητό του δικηγόρου), έχει πέσει ο ήλιος. Με την προετοιμασία του δικαστηρίου της επόμενης μέρας, που γίνεται κατά παράδοση του σώματος την υστάτη ώρα, μόλις προλαβαίνει ο Έλλην Μέησον την τελευταία προβολή στον κινηματογράφο. Δεν τον νοιάζει, βέβαια, διότι δεν πάει στον κινηματογράφο. Πάει για ένα ουίσκι.
 

Και αυτό δεν είναι τίποτε. Αν τύχει καμία σύσκεψη, όπως η «μεγάλη» των εφημερίδων, εκεί έχεις την αίσθηση πως μπορεί να μην τελειώσει ποτέ. Στις εφημερίδες τελειώνει αναγκαστικά, γιατί κάποτε πρέπει να γραφούν και τυπωθούν. Σε επιχειρήσεις και δικηγόρους, πλανάται διαρκώς η απειλή του αέναου. Φοβάσαι ότι ίσως ξημερωθείς, ότι μπορεί να είσαι ακόμη εκεί και την μεθεπομένη. [«Θα αρχίσω με σύντομη ενημέρωση», είχε πει πρέζιντεντ διοικητικού συμβουλίου – και πέταξε ισοπεδωτικό μονόλογο μιάμισης ώρας.]
 

Γιατί, λοιπόν, μας εγκαλούν σύζυγοι, σύντροφοι και άλλαι, που όταν πάμε για μια μπύρα ή ένα κρασί με τους φίλους αρχίζουμε δύο το μεσημέρι και τελειώνουμε εννιά το βράδυ; Φυσικό είναι. Πώς να σβήσεις όλες αυτές τις ώρες των Ελλήνων αντι-Μέησον, αν όχι με κάποιες σχοινοτενείς οινοποσίες; Θα έπρεπε να κρατάνε άλλο τόσο.
 
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Ο γιατρός συνιστά βάλιουμ και αναβολικά
› 
Από το 1999 στο ... 99
› 
Ο Καρυωτάκης δημοτικός σύμβουλος
› 
Η δουλειά κάνει τους άντρες
› 
Τί Στρατούλης τί Βαν Πέρσι (;)
© ΙΣΤΟΣ 2019
Δημήτρης Καστριώτης
Κατά τον ληξίαρχο, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Οι γονείς του, φιλότιμοι πλην κατ’ αποτέλεσμα άστοργοι, δεν τον προίκισαν αναλόγως, ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο οινόπνευμα, την αξία του οποίου φρόντισαν πάντως να του διδάξουν. Ένεκα η ανάγκη, εργάζεται ως δημοσιογράφος εφημερίδων και δικηγόρος από εικοσιπενταετίας. Αναπόφευκτα, πίνει λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε.
« Bloggers