Η «κουλτούρα» του τζάμπα
13.4.2010 
«Που τη βρήκατε;». Έτσι, χωρίς καλημέρα, ούτε συγνώμη. Στη στάση του τραμ το πρωί, εξηντάρης μάλλον καλοβαλμένος διέκοψε με αυτή τη φράση έναν άντρα, καμιά δεκαπενταριά χρόνια νεότερο, που διάβαζε ανοιχτό το Βήμα. «Ορίστε;», ξαφνιάστηκε ο αναγνώστης. «Πού τη βρήκατε την εφημερίδα;», διευκρίνισε ο ερωτών. «Στο περίπτερο», πήρε την απάντηση, κάπως ξερή. «Στο περίπτερο;», είπε απορημένος ο πρώτος, κοιτάζοντας γύρω να δει ποιο σταντ με δωρεάν έντυπα μπορεί να χαρακτήριζε «περίπτερο» ο συνομιλητής του. «Είναι το Βήμα», παρενέβην, «δεν είναι δωρεάν». «Α!;», έφα ο ενδιαφερόμενος και απομακρύνθηκε απογοητευμένος, χωρίς ανάγνωσμα.
 

Σε ένδειξη συμπαράστασης προς τον αναγνώστη, που είχε πληρώσει την εφημερίδα του και είχε μείνει άναυδος, έβγαλα κι εγώ το Βήμα από την τσάντα και το άνοιξα φανερά. Από λίγο παραδίπλα ήρθε και ένας τρίτος με την Καθημερινή. United we stand. Αλλά τρεις όλοι-όλοι ανάμεσα σε είκοσι πέντε και πλέον.
 

Η άφιξη του τραμ και η αγωνιώδης προσπάθεια να μπούμε στο στενόχωρο όχημα, που ώρα αιχμής είχε κάνει 12 λεπτά να μας τιμήσει με την παρουσία του, δεν επέτρεψε να ανοίξουμε συζήτηση. Έμεινα, όμως, με την εντύπωση ότι ο αναγνώστης του Βήματος, που είχε δεχθεί την ερώτηση, δεν πρέπει να είχε μέχρι τότε αντιληφθεί την εξάπλωση της κουλτούρας του τζάμπα σε εφημερίδες και περιοδικά, τη δικαιολογία πολλών ότι οι κανονικές εφημερίδες είναι ακριβές (ένα ευρώ Βήμα και Καθημερινή, δύομιση και τρία και βάλε οι εσπρέσο και οι φρέντο), ούτε βέβαια την πεποίθηση των περισσοτέρων απ’ αυτούς ότι το δωρεάν έντυπο μπορεί να είναι ισοδύναμο με τα άλλα, τα επί πληρωμή, ότι δεν χάνουν τίποτα διαβάζοντας το City Press αντί των Νέων.
 

Δεν υποτιμώ τις δωρεάν εκδόσεις. Απλώς δεν τις υπερτιμώ. Δεν κατέχουν εφάμιλλη θέση με τα παραδοσιακά έντυπα, δεν επιδιώκουν τη συνολική απεικόνιση των ειδήσεων σε ανάλογη έκταση, δεν αναζητούν τη γλωσσική επιμέλεια που, έστω σε μικρό βαθμό, απασχολεί ακόμη τον πωλούμενο Τύπο. Θα μου πείτε, να δώσω ένα ευρώ να διαβάσω εσένα; Καλά, ρε μεγάλε, μη το δώσεις. Μη μου λες όμως ότι είναι ίδια τα δωρεάν και τα επί πληρωμή, γιατί στις αθλητικές εφημερίδες που θέλεις να μάθεις για το στοίχημα δεν αρκείσαι στο τζάμπα, το δίνεις το ευρώ.
 

Γκρινιάζω συνήθως για τις τιμές των μπαρ και το ρυθμό που τις αναπροσαρμόζουν. Υπάρχει, όμως, και η άλλη όψη. Οι άνθρωποι που θεωρούν ότι το δωρεάν μπορεί να είναι ίδιο με το επί πληρωμή, το φτηνό με το ακριβό. Ίδιο το συνοικιακό καφέ και η Μεγάλη Βρετανία, ίδια η Νεμέα στο εναμισάκιλο και το Σατό Μαργκό, ίδια η Πέρδικα και το Μακάλαν.
 

“Εγώ έδωσα πενήντα ευρώ!», είπε αράθυμος μαγκίτης της πλάκας σε μπαράκι, όταν ο ιδιοκτήτης-μπάρμαν τον παρακάλεσε να μιλάει σιγότερα. «Κι εγώ σου έδωσα πενήντα ευρώ ουίσκι!», απάντησε ο ιδιοκτήτης.
 

Δυστυχώς το άκουσα μετά το επεισόδιο στο τραμ. «Βρε μπαγάσα», θα είχα πει στον θιασώτη της δωρεάν ανάγνωσης, «στο Βήμα, αν μη τι άλλο, σου δίνουμε ένα ευρώ ενημέρωση!»
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Σύγχρονοι μύθοι
› 
Μονόζυγο στα καφενεία
› 
Εγγυημένο ηρεμιστικό
› 
Το Cutty Sark προβλέπει
› 
Ήθελα καφετέρια / μα συ γουστάρεις άσσο
© ΙΣΤΟΣ 2023
Δημήτρης Καστριώτης
Κατά τον ληξίαρχο, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Οι γονείς του, φιλότιμοι πλην κατ’ αποτέλεσμα άστοργοι, δεν τον προίκισαν αναλόγως, ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο οινόπνευμα, την αξία του οποίου φρόντισαν πάντως να του διδάξουν. Ένεκα η ανάγκη, εργάζεται ως δημοσιογράφος εφημερίδων και δικηγόρος από εικοσιπενταετίας. Αναπόφευκτα, πίνει λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε.
« Bloggers