Εγγυημένο ηρεμιστικό
2.9.2008 
«So much wine, so little time», διαμήνυσε διά του τίτλου της στήλης του ο Κ. Ξυνογαλάς. Έτσι είναι για όλα. Ίσως μόνο για τη δουλειά να ισχύει το αντίστροφο. Τόσος πολύς χρόνος εργασίας σε μια ζωή τόσο σύντομη –ακόμη και για τους μακρόβιους. Λένε, βέβαια –και σωστά– ότι η οικονομία (ΑΕΠ και τα τοιαύτα) είναι κατά βάθος οικονομία χρόνου. Όχι όμως του δικού μας. Αυτόν η «οικονομία» αξιώνει να τον αναλίσκουμε χωρίς επιφύλαξη. Και όποτε αρχίζουν τα παράπονα, βρίσκονται πάντα κάποιοι να αντιτείνουν ότι είναι γεμάτες οι ταβέρνες ή ότι υπάρχει μεγάλη ζήτηση εισιτηρίων για τη συναυλία της Μαντόνα. Οι άφρονες φτωχοί δεν αρκούνται σε μια μπίρα στα παγκάκια. Θέλουν και αναψυχή.
 
Σπάνις χρόνου. Ακόμη και στη δουλειά, τώρα που το σκέφτομαι, η ανάλωση ωρών στον τρέχοντα βιοπορισμό μάς αναστέλλει από κάτι άλλο, κάποια δημιουργική ιδέα, κάποια καλή κομπίνα να κονομήσουμε. Όσο για τα άλλα, τα περιορίζει ασφυκτικά. Φιλίες, κοινωνικές επαφές, υποψήφιες ερωτικές συναντήσεις, πόσα και πόσα «τι κρίμα που δεν…» αθροίζονται μέχρι την ώρα που, κατά Καζαντζίδη, θα χτυπήσει πικραμένα η καμπάνα…
 
Αλλά μέσα σε αυτά τα «κρίμα», σε αυτά που ο χρόνος περιορίζει, το οινόπνευμα έχει ένα χάρισμα. Το «so little time» γίνεται αισθητό με λιγότερο άγχος. Όπως σημειώνεται και στο βιογραφικό παραπλεύρως, όταν δουλεύεις πολύ, αναγκάζεσαι, βέβαια, να πίνεις λιγότερο. Αλλά ο οίνος, ως γενική κατηγορία (…ούζο, ουίσκι, τσίπουρο, μπίρα κλπ.), έχει το καλό ότι μπορείς να τον απολαύσεις έστω λίγο –ένα ποτήρι το βράδυ, ένα σε μια μεσημεριανή συνάντηση. Αμείλικτο δεδομένο, φυσικά, ότι δεν θα προλάβεις να δοκιμάσεις όσα θα ήθελες. Αλλά και ότι δεν μπορείς να δοκιμάσεις όσα προλαβαίνεις: Πού να αγγίξεις ένα Chateau Cheval Blanc 1947 των 5-6.000 ευρώ; Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και τα περιορισμένα μπουκάλια στο σπίτι δεν μου προκαλούν άγχος χρόνου. Όσα προλάβω. Και όσα πρόλαβα καλά είναι.
 
Το άγχος, το πιεστικό αίσθημα του χρονικού ελλείμματος βρίσκεται ακριβώς δίπλα. Στη βιβλιοθήκη. Πόσα να απολαύσεις; Και πόσες φορές; Πώς να αντιμετωπίσεις αυτή την πλημμύρα τυπωμένου χαρτιού; Ακόμη και αν αποκλείεις με αποφασιστικότητα την εκδοτική επικαιρότητα, ακόμη και αν λες χωρίς επιφύλαξη «αυτόν όχι, διάβασα μία φορά και μου φτάνει» (επ’ αυτού κρατώ για το μέλλον ένα καλό ανέκδοτο), ο όγκος είναι συντριπτικός. Ο Πάνος Θεοδωρίδης στο blog του μας παρέπεμψε στον Θουκυδίδη. Τι διαρκής πρόκληση –και πληγή– στη βιβλιοθήκη. Όσες αναγνώσεις του και πάλι λίγες. Και δίπλα οι άλλοι μεγάλοι, παλαιοί και νεότεροι. Και ο χρόνος να πιέζει.
 
Όποτε με πιάνει αυτή η αγωνία, συνήθως βραδινή, την καταπολεμώ με Pinot Νoir (κατά προτίμηση Bouchard –8 ευρώ στη Γαλλία, σκάρτα 30 στο Ελλάντα, όταν το φέρνουν). Και, αντί Θουκυδίδη, διαβάζω Τσέστερτον. Λέσχη αλλόκοτων επαγγελμάτων. Εγγυημένο ηρεμιστικό.
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Κάτι κουρασμένα παλικάρια
› 
Μέησον – Προυστ, σημειώσατε 1
› 
Φτωχομάνα Ελβετία
› 
Σύγχρονοι μύθοι
› 
Ευτυχώς γέμισαν τα πλοία
© ΙΣΤΟΣ 2024
Δημήτρης Καστριώτης
Κατά τον ληξίαρχο, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Οι γονείς του, φιλότιμοι πλην κατ’ αποτέλεσμα άστοργοι, δεν τον προίκισαν αναλόγως, ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο οινόπνευμα, την αξία του οποίου φρόντισαν πάντως να του διδάξουν. Ένεκα η ανάγκη, εργάζεται ως δημοσιογράφος εφημερίδων και δικηγόρος από εικοσιπενταετίας. Αναπόφευκτα, πίνει λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε.
« Bloggers