Σκηνές απ'τη ζωή μας (Α' μέρος)
26.5.2009 - 1:20:56 AM 
Τόφερε η τύχη και κάποιο απόγεμα καλοκαιριού βρέθηκα μόνος-πιτσιρικάκι τότε- σ'ένα αγροτόσπιτο σ'ένα ελληνικό νησί. Αμήχανο και συνεσταλμένο καθώς ήμουν σ'αυτό το καινούργιο περιβάλλον,μαζεύτηκα σε μιά γωνιά που μού υποδείχτηκε απο τους σπιτονοικοκύρηδες οι οποίοι αφού με φίλεψαν κουλούρια και γλυκά κουταλιού μ'άφησαν σύξυλο κι έτρεξαν στις δουλειές τους, που καθώς φαίνεται δεν έπαιρναν αναβολή. Για μόνη μου συντροφιά μούμεινε ένα δεμένο κυνηγόσκυλο, με την αυστηρή όμως εντολή όχι μόνο να μη το πλησιάσω αλλά να μη φανώ καν στο οπτικό του πεδίο. Φυσικά το σκυλί είχε αφηνιάσει και δε σταμάτησε λεπτό να γαυγίζει αφού η μυρωδιά του καινούργιου επισκέπτη σίγουρα του "τρυπούσε" τα ρουθούνια.

Χάζεψα ένα γύρω με το βλέμμα το σπίτι που απλώνονταν σε μήκος. Ένα μεγάλο δωμάτιο, επίμηκες με ξύλινη στέγη που τη στήριζαν βαριά καδρόνια. Τέσσερα γιαγαντιαίων διαστάσεων παράθυρα-δύο απο τη μιά και δυό απ'την άλλη πλευρά-δίναν δροσιά μέσα απ'τα κλειστά πατζούρια τους στο χώρο που ήταν ενιαίος και που έδειχνε να ικανοποιεί όλες τις ανάγκες του σπιτιού,εκτός απο κουζίνα και τουαλέτα. Η μιά πλευρά είχε τη τραπεζαρία με μπόλικες καρέκλες αραδιασμένες γύρω απ'το μεγάλο τραπέζι και αρκετές εφεδρικές στο πλάι των τοίχων δίπλα στα ερμάρια αυτής της τραπεζαρίας. Η απο δώ πλευρά είχε σε διάταξη σειρά απο κρεβάτια ή καναπέδες που εμφανέστατα παίζαν το ρόλο του κρεβατιού. Σε κάποιον απ'αυτούς τους καναπέδες βρισκόμουν εγώ που χάζευα τη διάταξη-τόσο διαφορετική για ένα κοινό αστικό σπίτι! Γενικά στο σπίτι αυτό υπήρχε μιά χαλαρή αντίληψη του όρου καθαριότητα που το κατάλαβα όταν ξετρύπωσα ένα βιβλίο εικονογραφημένο με το οποίο θα σκότωνα τη πλήξη μου και τη μοναξιά μου την ατέλειωτη ώρα τής αναμονής μέχρι νάρθουν οι γονείς μου να με πάρουν.Σηκώθηκε τόση σκόνη όση θα σήκωνε μιά καμήλα στην έρημο.


Στη μέση του μεγάλου αυτού δωματίου υπήρχαν- αντικρυστές- δυό μεγάλες πόρτες και οι δύο ανοιχτές. Απο τη μιά πόρτα έμπαινε δυνατός και ζεστός-καυτός θάλεγα - ο απογευματινός ήλιος κι έβλεπες στο βάθος του δωματιου,του σκιασμένου, το προφίλ τών πλαγιασμένων ακτίνων και το σμάρι απο έντομα που γυαλίζανε τα φτεράκια τους απ'το πλαϊνό αυτό φωτισμό. Το θέαμα με απορρόφησε. Δεν είχα ποτέ ξαναδεί τόσα πολλά έντομα στη ζωή μου,τόσο φωτεινά και τόσο ακίνδυνα παρουσιασμένα. ΄Ετσι λοιπόν που χαζογόλαγα στο ασπαίρον αυτό θέαμα άκουσα νάρχεται απο κάπου κοντά το σύρσιμο ποδιών, καμπανάκια να κουδουνίζουν γλυκά-απογευματινά!-και όσο ο ήχος αυτός πλησίαζε τόσο να πνίγεται στην απελπισία το ολοένα σβησμένο και χαμένο στο συρφετό μάταιο γαύγισμα του νταή σκύλου που μού κρατούσε αθέλητα συντροφιά. Πρίν προλάβω να συνειδητοποιήσω τί μπορεί να συμβαίνει βλέπω τη νοικοκυρά του σπιτιού, με λυμένο το τσεμπέρι να δίνει εντολές που δε καταλάβαινα κι ένα κοπάδι πρόβατα και κατσίκες,κάποιες σκόρπιες κότες και δυό τρία, σχετικά ήρεμα ,τσομπανόσκυλα να διαβαίνουν την ηλιόφωτη ανοιχτή πόρτα και να περνούν απο την άλλη σε μιά τελετουργία που θύμιζε τη φόρτωση τών τελευταίων ζωντανών τής γής στη κιβωτό τού Νώε. Ο ήλιος που συνέχιζε να φωτίζει ακόμα πιό πλάγια,ακόμα πιό δραματικά το δωμάτιο, εν είδει σχισμής φωτός όμως πιά, φανέρωσε την αναστάτωση τής σκόνης που έκανε δαχτυλίδια σα κύματα,σα σύννεφα κεφεγκριζόχρυσα και οι μυγούλες πολλαπλασιασμένες και συνεπαρμένες απ'τον ορυμαγδό και τις βαριές μυρωδιές τών ζωντανών αντανακλούσαν ακόμα πιό νευρικά όλο το χρυσό φώς που κάθονταν στα φτεράκια τους. Εκστασιάστηκα! Σιγά σιγά ο ήχος καταλάγιαζε ,τα ζωντανά οδηγούνταν σαφώς στο μαντρί τους πριν πέσει ο ήλιος. Ο σκύλος αποκαμωμένος σταμάτησε το μαρκάρισμά του εναντίον μου. Η μυρωδιά μου μπλέχτηκε με τών άλλων κι έχασε το κέντρο προσοχής του. Δεν άργησε να νυχτώσει απο τη στιγμή πούφυγε ο ήλιος απ'το δωμάτιο. Εγώ όμως δεν άλλαξα στάση,δεν άλλαξα βλέμμα, δεν άλλαξα σκοπό απο τη στιγμή που είδα κι εζησα εκείνη την εικόνα. Έμεινα με την εντύπωση ότι αυτό ήταν ένα θέαμα που μού προσφέρθηκε απο τη θεία πρόνοια. Γιατί σα θέαμα μού προσφέρθηκε και σα τέτοιο το προσέλαβα. Εγώ βρισκόμουν στη πλευρά τη σκότεινή-αυτή πάντα είναι η θέση του θεατή- και η όλη παράσταση ξετυλίχθηκε κάτω απ'το ανελέητα δυνατό φώς τού ήλιου που αν και δύει έχει ιδιαίτερη ένταση όταν μπαίνει σ'ένα δωμάτιο, όταν μπαίνει απο ένα μόνο σημείο. Ένιωσα ιδιαίτερα προνομιούχος και ορκίστηκα αυτή την εικόνα να μη τη ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου.

Και όμως τη ξέχασα! Δε θυμάμαι να την έχω ξανα διηγηθεί εδώ και αρκετά χρόνια σε κανένα. Αυτό που καπως μούχε μείνει ήταν μόνο το σουρρεαλιστικό τής κατάστασης: να βλέπεις δηλαδή έτσι ξαφνικά ένα στρατό απο ζωντανά να διαπερνά το εσωτερικό ενός σπιτιού και να χάνεται τό ίδιο ξαφνικά και το ίδιο γρήγορα όπως φάνηκε. Και μιά λεπτομέρεια με τη κότα που ξεστράτισε μέστο σπίτι κι ήρθε προς τη μεριά μου και τη φουρκισμένη χωριάτισα που τρεξε στο κατόπι της για να τη φέρει πίσω. Ωσπου τόφερε μιά άλλη τύχη να ζήσω το ίδιο σχεδόν σκηνικό μέσα απο μιά παράξενη εικόνα ενός σπουδαίου γερμανού ζωγράφου τής αναγέννησης και συγκαιρινού και φίλου τού Λούθηρου,του Λουκά Κράναχ: "Ο Καρδινάλιος Αλμπρεχτ του Βρανδεμβούργου σαν Άγιος Ιερώνυμος στο γραφείο του" . (συνεχίζεται) 

 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Ένας ήρωας με αερόστατο
› 
Το λάθος του Χριστού
› 
Το κρασί κι ο θάνατος(Α' μέρος)
› 
Ελληνες Διανοητές
› 
Η πτώχευση του Ρέμπραντ (Α' μέρος)
© ΙΣΤΟΣ 2019
Εικονολογάς
«Γεννημένος στο –μακρινό πια– 1958, ασχολούμαι με το να παράγω, να καταναλώνω, να διαβάζω και εσχάτως να γράφω για εικόνες».
« Bloggers