Ποιος ήταν τελικά ο φταίχτης.
27.12.2010 - 7:51:09 PM 

 

Η Χαρά πέθανε το καλοκαίρι του 1999.Είναι σαν ν ακούω τώρα την φωνή της απ το τηλέφωνο να μου λέει «ελα σε παίρνω να μιλήσουμε για τελευταία φορά γιατί θα πεθάνω και θα το μάθεις απ του βοριά τα κύματα». Δεν μπόρεσα να κλάψω. Μόνο κάτι παράξενες στιγμές δακρύζω όταν την θυμάμαι. Οταν είμαι σε λιμάνια η  σταθμούς τραίνων την σκέφτομαι και υγραίνονται τα μάτια μου. Ισως γιατί την έκλαιγα ζωντανή ,από μέσα μου πολλά χρόνια πρίν ,τότε που την πρωτογνώρισα μικρό κοριτσάκι της Τετάρτης Δημοτικού. Με μπλε ποδίτσα κι άσπρο γιακαδάκι. Με τσιμπιδάκια στα χωρισμένα στη μέση μαλλάκια κι από πάνω μια στέκα άσπρη ,να δυσανασχετεί με το αυστηρό χτένισμα και το τέντωμα που έκανε το κεφαλάκι της να πονά ολημερίς. Κι είναι πάλι σαν να την ακούω  να μου λέει «αι στο διάλο κι αυτή η μάνα μου ,τι της φταίω και μου τεντώνει έτσι τα μαλλιά ;» «πονάω και δεν το καταλαβαίνει».

Η Χαρά πονούσε.

Συνέχεια.

Για όλα όσα υπήρχαν στην ζωή της χωρίς να φταίει.

Για τον πατέρα της που ήταν  ενας καλότατος άνθρωπος μα πολύ μεγαλύτερος απ την μαμά της και δεν μπορούσε να τον νιώσει πατέρα της. Για τον αδερφό της που ήταν ενας Κέρβερος 16 χρόνια μεγαλύτερός της  και δεν μπορούσε να τον νιώσει αδερφό της. Και για την μάνα της που ήταν μια πεντάμορφη νέα γυναίκα με καρκίνο αφ ότου την γέννησε. Η Χαρά μεγάλωνε μαζί με  τον καρκίνο. Κουβαλούσε το ποτήρι με το νερό στη μάνα της ,έτρεμαν τα χεράκια της, σπαρταρούσε η παιδική καρδούλα της  αλλά κατάπινε το δάκρυ  και της χαμογελούσε. Ηξερε ότι η Πεντάμορφη της θα πεθάνει. Ηξερε ότι θα μείνει μόνη της με τον καλότατο και τον Κέρβερο.Δεν μπορούσε να καταλάβει σε τι έφταιγε μόνο.Και νομίζω ότι δεν μπορέσε να καταλάβει και ποτέ.

Ηταν πιά δεκατεσσάρων χρονών όταν ψυχορράγησε η μάνα της.Η Πεντάμορφή της ήταν μια γκρί μάζα απ τις ισχυρές ακτινοβολίες που έλεγε μες στο παραλήρημά της «τη μικρή ,πάρτε την μικρή από κοντά μου να μη με βλέπει»

Η Χαρά στεκόταν στην πόρτα του δωματίου μισή  μέσα μισή έξω και άκουγε ρίχνοντας ματιές .Ο Κέρβερος είχε αγκαλιά την μάνα της κι έκλαιγε κι ο καλότατος έφτιαχνε καφέδες και πρόχειρο φαγητό για τους συγγενείς που είχαν αρχίσει νάρχονται για τις τελευταίες στιγμές. Πότε πότε πεταγόταν στον επάνω όροφο που ήταν το δικό μας σπίτι, καθόταν λίγο, και μετά ξανακατέβαινε αλλαφιασμένη όταν άκουγε τα κλάματα να δυναμώνουν. Της είχαν φορέσει ηδη ένα μαύρο φουστάνι μιας ξαδέρφης που κρεμόταν πάνω της άχαρα. Κανείς όμως δεν πρόσεξε τα μαλλιά της που για πρώτη φορά ήταν λυμένα ,ελεύθερα στους εφηβικούς της ώμους και στο άγουρο στηθάκι της που μόλις είχε αρχίσει να προβάλλει.

Η Χαρά  αγόρασε μόνη της  μαύρη βελούδινη κορδελίτσα  απ το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς ,την πέρασε χαλαρά γύρω απ το κεφάλι της σπρώχνοντας τα μαλλιά της προς τα πίσω και κατέβασε στο μέτωπο της μια μικρή ανεπαίσθητη αφέλεια ,τόση όσο για να μη βγάζει μάτι. Κοιτιόταν στον καθρέφτη κι αυτό που έβλεπε της άρεσε. Της άρεσε πολύ για πρώτη φορά και για λίγα δευτερόλεπτα. Μετά κατέβηκε πάλι η σκιά στα μάτια της κι έσκυψε το κεφάλι.Η μάνα της πέθανε εκείνα τα Χριστούγεννα.Κι η Χαρά έμεινε δεκατεσσάρων χρονών κοριτσάκι μόνη της με τον καλότατο και τον Κέρβερο.
Eμεινε βέβαια είναι μια κουβέντα.

Συνεχίζεται.



 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Αλλαγή εποχής, φροντίδα για τα χαλιά και τις φλοκάτες
› 
Αλλαγή εποχής μέρος β΄: Η φροντίδα για τις ντουλάπες
› 
Η πρώτη φωτιά (Γ' μέρος)
› 
΄Εργα χεριών ανεκτίμητα
› 
Η πρώτη φωτιά (Α' μέρος)
© ΙΣΤΟΣ 2019
Φαραώνα
Η Νατάσσα Φωκιανίδου ζει στη Θεσσαλονίκη και ασχολείται με τη μικροϋφαντική.
« Bloggers