Τα καραβάνια (τελευταίο)
27.3.2010 - 9:41:04 PM 
 





Εστηναν τα αντίσκηνα με τις ώρες.
Με το μπροστινό τους μέρος να κοιτάει τη θάλασσα.
Αφού ειχε καθαριστεί καλά το έδαφος κι αφού ειχε στρωθεί με ένα λεπτό στρώμα στεγνής άμμου.
Αλφάδιαζαν το κεντρικό χοντρό δοκάρι στο χιλιοστό και το καραβόπανο έτριζε ντούρο και φρεσκοπλυμένο καθώς ορθωνόταν.Τέντωναν οι ίνες του κι ολα μύριζαν σκοινί, λινάτσα, ψάθα, ξύλο και αρμύρα.
Θυμάμαι τους άντρες μετά από κάθε στήσιμο ν ΄απομακρύνονται καμμιά δεκαπενταριά μέτρα ,ν ΄ανάβουν τσιγάρο και να κοιτούν γέρνοντας το κεφάλι δεξιά κι αριστερά για να γραδάρουν το ισιάδι των σκοινιών και με το μάτι, και μετά ν αυτοσχεδιάζουν στα επι μέρους.
Εσκαβαν αυλάκια για τις ξαφνικές καλοκαιρινές νεροποντές και μακριά κάπου φρόντιζαν για την τουαλέτα.
Εφτιαχναν ψαθούρες με καλαμωτές για την σκιά στον νεροχύτη που στηνόταν παραδίπλα από κάθε αντίσκηνο για την παγωνιέρα,το μαγείρεμα στην πετρογκάζ και το πλύσιμο των πιάτων.
Εβαζαν μιά μέτριου διαμετρήματος τέντα για να παίζουμε τα μεσημέρια επιτραπέζια παιγνίδια και να ησυχάζουνε απ τις φωνές μας κι ολα αυτά με τα χέρια τους και τα εργαλεία.
Ετοιμο δεν υπήρχε τίποτε.
Αλλά όταν τελείωναν οι κατασκευές αργά το απόγευμα κι είχαν μπεί τα σιδερένια ντιβάνια με τους σελτέδες και τα καθαρά σεντόνια είχαμε σπίτι. Στημένο, έτοιμο, φιλόξενο κι ειχε προλάβει η μάνα να ετοιμάσει και τηγανίτες με μέλι για να το γιορτάσουμε.
Ετσι αρχιζαν οι διακοπές μας. Οι διακοπές των γυναικόπαιδων δηλαδή γιατί οι άντρες την άλλη μέρα έφευγαν απ τα χαράματα στις δουλειές τους για να επανέλθουν την επόμενη Κυριακή.Δεν θυμάμαι κανέναν τους να έκατσε πάνω από διήμερο ολ΄ αυτά τα χρόνια για ν ΄απολαύσει και να ξεκουραστεί.
Μόνο της Παναγίας καμιά φορά ,όταν επεφτε Σάββατο.
Τα πρωινά πηγαίναμε ολοι μαζί στην μοναδική βρύση που υπήρχε, με τις στάμνες για το νερό της κάθε ημέρας. Ηταν φυσικά και η μόνη δουλειά που δεχόμασταν να κάνουμε για όλο το καλοκαίρι. Νερό για τα υπόλοιπα υπήρχε αποθηκευμένο σε μπετόνια που τα γέμιζαν κάθε Κυριακή.
Οι ψαράδες ήταν ήδη εκεί απ το Μάη με τις οικογένειες τους.Και μας περίμεναν πως και πως. Τα παιδιά τους ηταν φίλοι μας ,αδέρφια μας .Ούτε που μας περνούσε απ το μυαλό ότι εμείς της πόλης είμασταν κάτι διαφορετικό.Αυτό βιώναμε απ τη συμπεριφορά των γονιών μας προς τις οικογένειές τους, αυτό νιώθαμε κι εμείς.Μοιραζόμασταν τα πάντα,χωρίς φόβους και μιζέριες .Δίναμε τα παιγνίδια μας ,ανταλάσσαμε τα ρούχα μας,χαρίζαμε τους δίσκους και τα πικ-απ μας,κόβαμε στη μέση το χαρτζιλίκι μας για πορτοκαλάδα και σάντουιτς όταν κατεβαίναμε στα καφενεία το βράδυ.Κι αν δεν μας έφταναν τα χρήματα μοιράζαμε το σάντουιτς στη μέση και πίναμε την πορτοκαλάδα με δύο καλαμάκια, τις πιο πολλές φορές δε και με ένα.Οταν βοηθούσαν τις οικογένειές τους στο λιάντισμα των διχτυών ,στα παραγάδια,στα νταλιάνια είμασταν κι εμείς μαζί τους.Ξεψαρίζαμε, ξεμπερδεύαμε τα δίχτυα, βγαίναμε τη νύχτα στο πυροφάνι,πηγαίναμε στο τσαπαρί και καμμιά φορά μας έπαιρναν μαζί τους στα ανοιχτά της Κατερίνης που ψάρευαν γοφάρια.
Θυμάμαι τη Φανή,τον Σταύρο,τον Πάνο,την Γιούλα με τη σουπιέρα παραμάσχαλα κάθε πρωί γεμάτη ολόφρεσκα ψάρια ,με κανένα χταπόδι η καλαμάρια ,με πίνες,φούσκες η γυαλιστερές να έρχονται με το χαμόγελο ως τα αυτιά για να δώσουν στην μάνα μου τα καλούδια και τον κυρ Γιώργο πουχει πιά συγχωρεθεί να διαλέγει το πιο μεγάλο ,το πιο όμορφο κοχύλι της ψαριάς του για να το φέρει περήφανος στον πατέρα μου και να τον καλέσει το βράδυ για μπουγιαμπέσα και τσίπουρα.
Αναρωτιέμαι,ποιός τα στέρησε όλα αυτά απ τους ανθρώπους σήμερα; ποιος δεν θέλει να υπάρχουν πιά τέτοιες σχέσεις και γιατί άραγε; μόνο μία απάντηση υπάρχει μέσα μου κι άλλη δεν βρίσκω.
Εμείς.
Εμείς οι ίδιοι που μοιραζόμασταν το ψωμί μ αυτά τα παιδιά μόλις μπήκαμε στα 18 ,εκεί στις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου, λακίσαμε.Μας ρούφηξαν οι πόλεις και οι προεκτάσεις τους που ονομάστηκαν Παλλήνη μπίτς, Κασσάνδρα μπίτς. Αμμων Ζεύς, Καλλιθέα, Λαγουδέρα, Μπαλκονάκι, ουίσκι σάουερ και τζιν φίς.Και ο τόπος που κατασκηνώναμε εγινε ένα μεγάλο κάμπινγκ του ΕΟΤ.

Κάπου εκεί όμως στο βυθό της θάλασσας ξαναείδα τα ίδια βραχάκια μετά από χρόνια.
Ηξερα στα πόσα βήματα απ την ακτή ηταν οι ξέρες και τις βρήκα.
Ηξερα που βάθαινε το νερό και τι χρώμα είχαν τα φύκια δεξιά η αριστερά.
Ηξερα τα είδη των κοχιλιών που περπατούσαν εκεί αφήνοντας χαραγμένα δρομάκια πίσω τους .
Το φώς αντανακλούσε στα νερά όπως τότε και τα πέλματά μου ένοιωσαν να ανεβοκατεβαίνουν ανεπαίσθητα στις ίδιες γραμμές της άμμου που ριτιδώνει κάτω απ το ριχό νερό .
Εκεί ηταν όλα.
Μαγικά, ακίνητα κι ολοζώντανα.
Όπως η μαγιά που αφήνει στην ψυχή του ανθρώπου η παιδική ηλικία.
Εκεί ο βυθός.
Εκεί η χαρά εκεί κι ο πόνος.
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Αλλαγή εποχής μέρος β΄: Η φροντίδα για τις ντουλάπες
› 
Αλλαγή εποχής, φροντίδα για τα χαλιά και τις φλοκάτες
› 
Τα Αλατισμένα/2
› 
Ποιος ήταν τελικά ο φταίχτης.
› 
Τι τρώγαμε μικροί
© ΙΣΤΟΣ 2020
Φαραώνα
Η Νατάσσα Φωκιανίδου ζει στη Θεσσαλονίκη και ασχολείται με τη μικροϋφαντική.
« Bloggers