Το πλοίο των νεκρών
13.8.2008 - 11:11:22 AM 
Ήταν καλοκαίρι, Αύγουστος μήνας. Προσπαθούσα να πάω στην Πάρο για να δω την οικογένειά μου, αλλά θέση στα γνωστά πλοία (Blue Star, Highspeed) δεν υπήρχε ούτε για δείγμα.Δεν δοκιμάζετε κανένα άλλο καράβι; ρώτησε αθώα η ταξιδιωτική μου πράκτωρ, κι άρχισε να μου αραδιάζει ονόματα από καράβια που ήσαν γνωστά ως σκυλοπνίχτες, σκαριά κουρασμένα και τριζάτα, με ηλικία σχεδόν σαν τη δικιά μου. Στραβομουτσούνιασα. Υπάρχει κι ένα άλλο, καινούργιο, μου είπε, ή μάλλον καινούργιο σε αυτή τη γραμμή. Μου ανέφερε το όνομά του, δεν το εγνώριζα, θρησκευτικού περιεχομένου ήταν, λέω δεν πάει στο διάολο, να το δοκιμάσω, αν κι είδα τη φάτσα του πλοιοκτήτη στην τηλεόραση προ ημερών, σε τραμπούκο μου έφερνε, αλλά αν δεν πάω με αυτό θα πάω με τα πλεούμενα φέρετρα ή θα κάτσω στην Αθήνα, οπότε παρακαλώ βγάλτε μου ένα εισιτήριο, business class παρακαλώ γιατί αισθάνομαι πλούσιος τελευταία. 
 
Οπλισμένος με το εισιτήριο και τα χρειώδη (βιβλία, discman, σιντιά) κατέβηκα ένα απόγευμα στον Πειραιά, έτοιμος να αντιμετωπίσω κάθε ενδεχόμενο (ή έτσι νόμιζα). Το σκάφος ήταν βαμμένο ερυθρόλευκο και το βρήκα εύκολα. Μετά από λίγη ώρα κατάφερα να βρω και την business class, αλλά η θέση μου ήταν λίγο πιο δυσεύρετη: παρότι αριθμημένη, υπήρχε μια διάσταση απόψεως στους συνοδούς του πλοίου για το αν οι αριθμοί ξεκινούσαν από τα δεξιά ή τα αριστερά του σκάφους. Αφού τελικά συνεννοήθηκαν, κάθησα με ανακούφιση σε ένα κάθισμα που δεν ήταν σπασμένο, ενώ άλλα ήτανε.
 
Η business class σε αυτό το πλοίο ήταν στο μπροστινό μέρος του σκάφους, και διεχωρίζετο από την economy με σκουπιδοτενεκέδες. Μα το Θεό. Ανάμεσα στα δύο μέρη του καραβιού ήταν κάτι κουρτίνες και σκουπίδια. Η αεροδυναμική στο εσωτερικό του πλοίου έφερνε τον αέρα από πίσω προς τα εμπρός, που σημαίνει ότι επί 4 ώρες επλανάτο μια μαγευτική essense de garbage στο μπροστινό μέρος. Να ανοίξεις παράθυρο, ούτε λόγος. Υποτίθεται ότι το σκάφος ήταν ταχύπλοο, οπότε ούτε παράθυρο άνοιγε ούτε έξω μπορούσες να βγεις. 
 
Δίπλα μου έκατσε μια χαριτωμένη δεσποινίς που πήγαινε στην Αντίπαρο. Αυτό το έμαθα χωρίς να ρωτήσω, αφού την άκουσα για κανένα δεκάλεπτο να μιλάει στο κινητό με τον φίλο της, που είχε μείνει στην Αθήνα. Έβαλα τα ακουστικά του discman για να γλυτώσω, αλλά η μανταμίτσα εγκαρδιώθηκε και άρχισε να μιλάει πιο δυνατά, σκεπάζοντας τους Massive Attack. Την επόμενη φορά να πάρω Nine Inch Nails και Sepultura, σκέφτηκα. Τώρα τι κάνουμε; Υπομονή. 
 
Κάποια στιγμή η συνομιλία τελείωσε. Το καράβι απέπλευσε. Κι άρχισε να πηγαίνει, τσούκου-τσούκου, δίχως ιδιαίτερη ταχύτητα, μια ξυνίλα στο αέρα που δεν ανανεωνότανε. Η διπλανή μου έβγαλε ένα βιβλίο να διαβάσει, από αυτά τα εθνικο-μυστικιστικά. Μετά από λίγο πήρε ένα ακόμη τηλέφωνο, ύστερα αφιερώθηκε στο διάβασμα, και τέλος πήρε περιχαρής μια φίλη της: Έλα! Το ξέρεις αυτό το βιβλίο που διαβάζω για την Ιερή Γεωγραφία της Ελλάδας; Καλά, έχω πάθει πλάκα -  λεέι ακριβώς ό,τι λέει και ο Τόλκιεν!
 
Εγώ χαμογέλασα, γενικώς και αορίστως, και συρρικνώθηκα στο κάθισμά μου, Σε αυτές τις περιπτώσεις καλό είναι να μην δίνεις στόχο. Να περνάς απαρατήρητος, να λες "ναι" σε ό,τι σου λένε και να περιμένεις να τελειώσει το ταξίδι. Κοίταξα με ελαφρά απόγνωση γύρω μου. Μπροστά και δεξιά, καθόταν η Βάσω Παπανδρέου. Αριστερά, σηκώθηκε ένας κύριος με το εσώρουχο (φανελλάκι) και είδα στο στήθος του να λάμπει ένα χρυσό μονόγραμμα. Όχι, δεν τον λέγανε Λεωνίδα, φορούσε ένα από τα μενταγιόν που πουλούσε ο Λιακόπουλος. Τότες όλα εξηγήθηκαν: η πνιγηρή ατμόσφαιρα, τα πεθαμένα σκουπίδια, η έλλειψη ταχύτητας και ορατότητας. Κατάλαβα ότι δεν ήταν απλώς η διπλανή μου ούφο, αλλά είχα μπει στο πλοίο με τα ζόμπι. 
 
Δεν με συνέφερε να φοβηθώ. Τα ζόμπι μυρίζονται το φόβο σα σκυλιά. Δεν με έπαιρνε να κλείσω τα μάτια, γιατί μπορεί να μαζευόντουσαν μπροστά μου να με κατασπράξουν και να μην προλάβαινα να πηδήξω στη θάλασσα. Αποφάσισα να αποκτήσω κι εγώ ζομπιοειδή συμπεριφορά για το υπόλοιπο του ταξιδιού, να αποφεύγω τους καθρέφτες, τα σκόρδα, τους σταυρούς... Ο ιδρώτας έσταζε στο μέτωπό μου, και κάθε τόσο τον σφούγγιζα για να μην φαίνεται. Η ώρα περνούσε, αλλά λιμάνι πουθενά. Περνούσε όμως; Ούτε και γι' αυτό δεν ήμουν σίγουρος. Άρχισα να προσεύχομαι να φτάσει το καράβι προτού ανατείλει το φεγγάρι. Ήταν η μέρα της πανσελήνου, φυσικά... 
 
Δεν ξέρω πόσην ώρα έμεινα φυλακισμένος και ακίνητος στη business class του καραβιού. Ξέρω ότι κάποια στιγμή, μετά από πολλές ώρες, το καράβι έφτασε κι έδεσε στην προβλήτα της Πάρου. Κατέβηκα, γονάτισα, και φίλησα το τσιμέντο. 
 
Όταν σήκωσα τα μάτια, αντίκρυσα σκηνές αλλόκοτες: το μισό λιμάνι ήταν κλεισμένο με κιγκλιδώματα, πίσω από τα οποία χτυπιόντουσαν πλήθος πιτσιρίκια. Ρώτησα τι συνέβαινε, κι έμαθα πως ο λιμενάρχης είχε παραχωρήσει τη μισή προβλήτα για να γίνει συναυλία του Τσαλίκη.
 
Τότε κατάλαβα ότι δεν ήταν απλώς το πλοίο των νεκρών, αλλά η χώρα των ζόμπι...
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Η Τζούλια κι εγώ
› 
Γιατί θα παραμείνουμε Ελλάδα.
› 
Μεγάλες αλήθειες (6)
› 
Τσίπρ και Ντέιλ
› 
Γιατί δεν θα γίνουμε ποτέ Δανία
© ΙΣΤΟΣ 2019
Γιάννης Βαρβάκης
Γεννήθηκε ως Ιωάννης Λεοντίδης στα Ψαρά γύρω στα 1745. Πέθανε στη Ζάκυνθο στα 1825. Έκτοτε, επιστρέφει όποτε το εθνικό συμφέρον το επιτάσσει.
« Bloggers