Έξω είναι τα ωραία!
11.11.2010 
Bλέπε ξανά και ξανά τηλεόραση, ένεκα επαγγέλματος, κάποια στιγμή αισθάνθηκα ότι είχα γίνει ένα με τον καναπέ: Είχα αποκτήσει το ίδιο γκρίζο χρώμα, την ίδια αρρωστημένη τάση για απόλυτη ακινησία. Ενώ άνοιγα το τρίτο, μέσα σε δύο ώρες, σακουλάκι με πατατάκια (τα τηλεοπτικά μαγειρέματα μού ανοίγουν την όρεξη, η πλήξη μου μπροστά σε ένα πρόγραμμα αδιάφορο εκδηλώνεται με βουλιμία) παρακολουθώντας την Αννίτα Πάνια (και όμως, αν ζητήσω «βαρέα ανθυγιεινά» θα θεωρηθώ υπερβολικός) αποφάσισα: «Ως εδώ και μη παρέκει». Ξέπλυνα τη λάσπη από τα μάτια μου, τη λαδίλα από το στόμα μου, με πήρα από το αφτί και με έβγαλα στον δρόμο. «Ζήσε!» μού είπα. Και επέστρεψα σε εκείνα που πάντα με γοήτευαν: θέατρο, κινηματογράφος, εκθέσεις, βόλτες...
 
Έτσι, την περασμένη εβδομάδα παρακολούθησα στο θέατρο Χορν το πανέξυπνο «Τι είδε ο μπάτλερ» του Τζο Όρτον, στη σπιντάτη σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου (με τη Λυδία Φωτοπούλου να αποδεικνύει για άλλη μία φορά ότι εκτός από δραματική ηθοποιός είναι και εξαιρετική κωμικός). Ακολούθως, ανέβηκα στο δώμα του θεάτρου του Νέου Κόσμου για το «Δεν μιλάμε γι' αυτά», μια κεφάτη μεταμοντέρνα «επιθεώρηση» περί σεξ του Κώστα Γάκη, όπου θαύμασα το κέφι και το θάρρος των γυμνών (κυριολεκτικά) πρωταγωνιστών, της Νάνσυς Μπούκλη, της Στέλλας Νούλη, του Προμηθέα Nerratini-Δοκιμάκη και του Λευτέρη Καταχανά – μόνο τα πληκτικά μουσικά ιντερλούδια να έλειπαν... Για να τριτώσει το καλό, κατηφόρισα τη «μαστουρωμένη» Αγίου Κωνσταντίνου και «συμμετείχα» στη «Φρεναπάτη» του Κορνέιγ, στο Εθνικό Θέατρο, μια υψηλού γούστου υπερπαραγωγή, σε μετάφραση - διασκευή - σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου, που με ενθουσίασε.
 
Όταν δεν έβλεπα θέατρο έπνιγα το γκρίζο των αθηναϊκών ημερών στα χρώματα των γκαλερί και των μουσείων. Παρ' ότι οι γνώσεις μου περί εικαστικών ελάχιστες, ευχαριστήθηκα τις ευφάνταστες φωτογραφίες του Τόλη Τατόλα («Φως και μεταμορφώσεις», Τόπος Συνάντησης Ανατολής-Δύσης, Σατωβριάνδου 36) και εντυπωσιάστηκα ανακαλύπτοντας μια πινακοθήκη που δεν γνώριζα: Την Πινακοθήκη Κουβουτσάκη (Λεβίδου 11, Κηφισιά, δίπλα, σχεδόν δίπλα, στο Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας), στην οποία συνυπάρχουν οι Ροντέν, Χαλεπάς, Γύζης, Ντε Κίρικο, Τσαρούχης, Ρόρης, Μποκόρος και πολλοί άλλοι. Επισκεφθείτε την, αξίζει – η είσοδος δωρεάν.
 
Προσθέτοντας στο ημερολόγιο των εξόδων μου το κινηματογραφικό «Είμαι ο έρωτας» (το οποίο, παρά τους διθυράμβους που είχα διαβάσει με έπληξε – τέτοιος έρωτας να λείπει), μπορώ να μιλήσω για μία... υπερκουλτουριάρικη εβδομάδα. Που με έκανε να θυμηθώ ότι η τέχνη είναι το ισχυρότερο αντίδοτο στην επιδημία φτήνιας που μας πλήττει. Αυτό ήταν. Αισθάνθηκα ευτυχής που ξεκόλλησα από τον καναπέ. Που βγήκα από το σπίτι και είδα κάτι διαφορετικό από το «χαλαράαα» των «Ράδιο Αρβύλα», από τη Μαρία Σολωμού ως θηλυκό μπετατζή στο «Αργά με τον Πέτρο Κωστόπουλο» («Είμαι μαγκάκι, κερατώνω άμα λάχει τους συντρόφους μου, θέλω να δείρω κάποιον...»), από τους λοβοτομημένους παίκτες του «Big Brother».
 
Τους οποίους, ένα βράδυ μετά το σινεμά, και ενώ – επαγγελματική διαστροφή – είπα να τους δώσω λίγη σημασία, πέτυχα πάνω σε αποστολή. Για να μείνω άφωνος μπροστά στον απόλυτο (αυτο)εξευτελισμό του ανθρώπινου είδους: Ηλίες, Ντορέτες, Στέλλες και λοιπά πλάσματα της μαύρης τηλεοπτικής νύχτας μπουσουλούσαν στα τέσσερα, υπακούοντας στις διαταγές ενός «Ράμπο» που είχε μπει στο σπίτι (δήθεν) για να τους γυμνάσει. «Κάτω, ρε!» ο άνδρας ο σκληρός· κάτω όλοι. «Τι είπα, ρε; Κάντε αμέσως δέκα κάμψεις» ο κακούργος· στα πόδια του οι παίκτες να κοπανιούνται σαν τα χταπόδια. Να κοπανιούνται και να χαζογελάνε με ηδονή για τα μαρτύριά τους. «Μου άρεσε αυτό, γιατί μου αρέσει κάποιος που δίνει διαταγές» δήλωσε σχεδόν ξελιγωμένη στην κάμερα η Νικολέτα. Την οποία, μερικά λεπτά πριν, είχε διατάξει ο άντρακλας με τα μούσκλα τα ατσάλινα να του φτιάξει καφέ: «Εσύ! Πήγαινε αμέσως στην κουζίνα. Τώρα! Τώρα είπα! Άκουσες, ρε; Τι σου είπα, ρε κοπέλα μου; Τι; Καταλαβαίνεις;». Όχι, δεν καταλάβαινε πόσο χαμηλά έπεφτε προσφέροντας τον εξευτελισμό της ως θέαμα στους νυσταγμένους θεατές. Τους ίδιους νυσταγμένους θεατές, που λίγες ημέρες μετά θα την πετούσαν με τις ψήφους τους εκτός παιχνιδιού.

Ώσπου να φτιάξει η Νικολέτα την καφεδιά νύσταξα ή, μάλλον, λιποθύμησα από πλήξη. Για να ανοίξω νωρίς το πρωί τα μάτια μου, με εικόνες από τη «Φρεναπάτη», από τον «Μπάτλερ», από τις εκθέσεις που είχα επισκεφθεί – ευτυχώς ο οργανισμός μου αντιδρά, αναπτύσσει άμυνες... Αισθάνθηκα και πάλι χαρούμενος που είχα τολμήσει, ο τηλεθεατής, να βγω. Μάλωσα τον εαυτό μου που πέφτω στην παγίδα, κλείνομαι στο σπίτι, κουρασμένος από τη δουλειά, και εθίζομαι στους «παραθυράτους» πολιτικούς, στους απονενοημένους ριαλιτζήδες στη φτηνή ψυχαγωγία. Είναι μεγάλη παγίδα το μέσα. Θα αρχίσω να βγαίνω πιο συχνά, όπως έκανα παλαιότερα. Μέσα σε όλα τα κακά της, αυτή η πόλη έχει, ευτυχώς, πολλά θέατρα, πολλούς κινηματογράφους, πολλές γκαλερί. Μια απόφαση είναι, αντί να βάλεις τη φόρμα και τις παντόφλες να βάλεις το παντελόνι και τα παπούτσια, αντί να πατήσεις το κουμπί της τηλεόρασης να πατήσεις το κουμπί του ασανσέρ που θα σε πάει στο ισόγειο, αντί να κλειδώσεις να ξεκλειδώσεις την πόρτα και να βγεις. Έξω είναι τα ωραία! (Και δεν κοστίζουν όλα τόσο πολύ όσο νομίζουμε...)

ΥΓ. «Πήγες στο Εθνικό; Στην Αγίου Κωνσταντίνου; Και δεν φοβήθηκες;» με ρώτησαν ξανά και ξανά. Αυτό έχουν καταφέρει, να μας κάνουν να φοβόμαστε να βγούμε από τα σπίτια μας.

 
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Οι Έλληνες του δρόμου
› 
Μια ζωή πληρώνω
› 
Κάλπες ή αποχή;
› 
Τα πάθη των ορθίων
› 
Κάψε με, παπά μου, ν’ αγιάσω!
© ΙΣΤΟΣ 2020
Κοσμάς Βίδος
Ο Κοσμάς Βίδος γράφει και (όποτε μπορεί) ταξιδεύει.
« Bloggers