Το κούρεμα της Παρασκευής
8.3.2011 
Η συζήτηση άρχισε με μία πρόταση για ένα αντρικό σαββατοκύριακο – τρεις άντρες από τρεις γενιές, ζωντανή μαρτυρία της συνέχειας του ηρωικού ελληνικού πνεύματος: κάθε ιδέα εκδρομής πυροδοτεί και στους τρεις τον ίδιο προγραμματισμό ταβερνών και το ίδιο άγχος – οι καιροί γαρ ου μένουσι την ημετέραν βραδυτήτα. Να φύγουμε πρωί να ψωνίσουμε να πιούμε ένα τσίπουρο στο σπίτι το μεσημέρι και να πάμε για ψαρόσουπα το βράδυ, οπότε αφήνουμε τα παϊδάκια για την επομένη το μεσημέρι; Αλλά τότε την ταβέρνα με τα μαγειρευτά πότε θα την προλάβουμε, αφού θα πρέπει να φύγουμε για την επιστροφή; Μήπως να πάμε στα μαγειρευτά το μεσημέρι και να αφήσουμε το τσίπουρο στο σπίτι για άλλη φορά – αλλά, πάλι, κρίμα δεν θα ’ναι, έχει ωραία θέα από τη βεράντα και το δικό μας το τσίπουρο είναι καλύτερο από των μαγαζιών, που να το πιούμε, στη Νέα Σμύρνη;
 
Τη λύση τη βρήκε ο νεότερος, άρα και πιο γάτος (ποτέ δεν πρέπει να χάνει κανείς την εμπιστοσύνη του στα νιάτα). «Δεν βγαίνει το πρόγραμμα», είπε, «δεν είναι βιώσιμο. Πρέπει να φύγουμε Παρασκευή νωρίς. Έχεις δικαστήριο;», «όχι», απάντησα, «αυτό είναι», είπε εκείνος, «κούρεψε την Παρασκευή. Κάντην haircut, ρε παιδί μου, αναδιάρθρωση η Παρασκευή: φεύγουμε πρωί, μεσημέρι είμαστε στα μαγειρευτά, βγαίνει το πρόγραμμα. Αλλά όχι, άκου, ακόμη καλύτερο: κάνεις haircut την Παρασκευή, παίρνεις μαζί τον σάκο στο γραφείο την Πέμπτη και φεύγουμε Πέμπτη απόγευμα. Επτά αναχώρηση, δέκα θα είμαστε στα μαγειρευτά ή στα παϊδάκια. Μετά όλο το πρόγραμμα είναι άνετο. Μέχρι και η Moody’ s θα του έβαζε τέσσερα Άλφα, “είσαι άλφας” που λένε οι μάγκες. Μη σου πω ότι μπορεί να περισσέψει ένα γεύμα, να προλάβουμε να πάμε και στο τσιπουράδικο να φάμε τις σουπιές μας. Αυτό είναι. Haircut η Παρασκευή, τέλειωσε.
 
«Αλήθεια, τώρα που το σκέφτομαι, Πέμπτη έχεις δικαστήριο; Εγώ έχω μία σύσκεψη, αλλά μπορώ να την αναβάλω. Σοβαρό προσωπικό κώλυμα, δεν θα είναι και ψέμα άλλωστε, για σοβαρό θέμα συζητάμε. Με haircut και την Πέμπτη, φεύγουμε Τετάρτη απόγευμα. Το όνειρο, σου λέω. Θα προλάβουμε να πάμε και στην κυρία Άννα με τα λαδερά. Ή μήπως», με κοίταξε ανήσυχος, «είσαι από αυτούς που δεν τους αρέσουν τα λαδερά;»
 
Υ.Γ. «Νέε μου», απάντησα, «με αλκοόλ μου αρέσουν τα πάντα. Μόνο η δουλειά με ενοχλεί καμιά φορά. Ακόμη και με αλκοόλ.»
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Όταν ο γιατρός ήπιε Pilsner
› 
Πεντακαθαρίδης!
› 
Θηλυκός Τσαρλς Μπρόνσον
› 
Για να είμαστε in
› 
Πώς δενότανε τ’ ατσάλι
© ΙΣΤΟΣ 2025
Δημήτρης Καστριώτης
Κατά τον ληξίαρχο, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Οι γονείς του, φιλότιμοι πλην κατ’ αποτέλεσμα άστοργοι, δεν τον προίκισαν αναλόγως, ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο οινόπνευμα, την αξία του οποίου φρόντισαν πάντως να του διδάξουν. Ένεκα η ανάγκη, εργάζεται ως δημοσιογράφος εφημερίδων και δικηγόρος από εικοσιπενταετίας. Αναπόφευκτα, πίνει λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε.
« Bloggers