Να ακριβολογούμε, παρακαλώ
15.9.2009 
Καθόμασταν στην ακροθαλασσιά σ’ ένα διαμορφωμένο κεφαλόσκαλο, από το οποίο μπαίνει κανείς στο νερό προσέχοντας πέτρες και (λίγους) αχινούς, μόλις πέντε μέτρα από τα δωμάτια που μέναμε. Πήγαινε μία και κάτι το μεσημέρι, όταν φίλος το ξεστόμισε: «Πώς μπορείς και δουλεύεις, αφού πίνεις έτσι όλη μέρα;» Το σχόλιο είχε αφορμή το ότι, μετά από μία μικρή μπύρα για τη δίψα μισή ώρα νωρίτερα, είχα αισθανθεί πως δεν επιθυμούσα άλλο κριθάρι και σερβιριστεί ένα ούζο – λάιτ με πάγο και νερό. 
 

Η παρατήρηση με θύμωσε. Σε πρώτη φάση, βλέπετε, την εξέλαβα ως υπαινιγμό για την ασθενή οικονομική μου κατάσταση που, όπως ομολογείται και στο βιογραφικό παραπλεύρως, με υποχρεώνει σε υπερεργασία και δεν αφήνει περιθώρια αξιοπρεπών καταναλώσεων καθημερινώς. Με άλλα λόγια, νόμισα ότι ο φίλος μου με αποκαλούσε «πεινάω» (από την παλαιά ρήση συναδέλφου: «που να παίξω πόκα με λεφτάδες αετούς, εγώ ο πεινάω;»). Όταν λύθηκε η παρεξήγηση και κατάλαβα πως ο φίλος με συμπονά και δεν με ειρωνεύεται, η ένταση της αντίδρασής μου μεταφέρθηκε στο γραμματικό επίπεδο. «Ρε συ», του είπα, «γιατί δεν ακριβολογείς; Πώς πίνω όλη μέρα, αφού έβαλα την πρώτη μπύρα μετά τις δώδεκα και μισή -και τώρα, μία η ώρα περασμένη, δεν έχω καν αρχίσει το ούζο μου;» «Ε. όταν λέμε όλη μέρα..», πήγε να πει, αλλά τον διέκοψα: «όταν λέμε πίνω όλη μέρα, εννοούμε αρχίζω το πρωί», επέμεινα. Με κοίταξε με οίκτο και έκοψε τη συζήτηση. Σημείωσα τη διεύθυνσή του να του στείλω δώρο έναν Τζάρτζανο και ένα λεξικό.
 
 
Με τριβέλιζε, όμως. Λες να είχε δίκιο; Η λύτρωση ήρθε λίγες μέρες αργότερα στην Αστυπάλαια. Έπινα πρωινό καφέ σε ένα μπαράκι στο Γιαλό, άδειο την ώρα εκείνη, όταν ο δεύτερος μοναχικός θαμώνας, ένα ανθρώπινο βουνό που μου είχε στραμμένη την πλάτη, τέλειωσε τον φραπέ του και γύρισε να παραγγείλει την πρώτη μπύρα – ώρα δέκα, παρακαλώ. Η μπλούζα του ήταν η απόλυτη δικαίωσή μου. Δίπλα στο ιρλανδικό τριφύλλι είχε τη φράση «You can’ t drink all day if you don’t start at BREAKFAST!» Ο ακριβολόγος απεδείχθη Έλληνας από την Αυστραλία και άκρως γενναιόδωρος. Βλέποντας τον ενθουσιασμό μου, προσφέρθηκε να μου χαρίσει τη μπλούζα επί τόπου. Η φράση, μου είπε, ήταν από κάποιο τραγούδι. Η δωρεά ματαιώθηκε μόνο επειδή με περνούσε δεκαπέντε πόντος σε ύψος και δυόμισι φορές σε πλάτος. Η μπλούζα θα πήγαινε στράφι.
 
 

Προς χάριν των Ελλήνων ακριβολόγων, αναζήτησα τη μπλούζα σε καταστήματα του διαδικτύου. Βρήκα παραπλήσιες, τρεις των οποίων παραθέτω. Όσο για το τραγούδι, είναι το «Drinking Song #46» του Τζιμ Μόρις (από τον δίσκο με τον εύγλωττο τίτλο «Land of no Mondays». Το ρεφρέν τα λέει όλα:
 
«He said you can't drink all day
Unless you start at sunrise
You can't drink all night
If you stop when the sun goes down
I'm just looking for a way through life
And it's looking like the bottle tonight
Stay right here, have another a beer
Be my buddy and buy me a round»
 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Ο γιατρός συνιστά βάλιουμ και αναβολικά
› 
Από το 1999 στο ... 99
› 
Ο Καρυωτάκης δημοτικός σύμβουλος
› 
Η δουλειά κάνει τους άντρες
› 
Τί Στρατούλης τί Βαν Πέρσι (;)
© ΙΣΤΟΣ 2019
Δημήτρης Καστριώτης
Κατά τον ληξίαρχο, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Οι γονείς του, φιλότιμοι πλην κατ’ αποτέλεσμα άστοργοι, δεν τον προίκισαν αναλόγως, ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο οινόπνευμα, την αξία του οποίου φρόντισαν πάντως να του διδάξουν. Ένεκα η ανάγκη, εργάζεται ως δημοσιογράφος εφημερίδων και δικηγόρος από εικοσιπενταετίας. Αναπόφευκτα, πίνει λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε.
« Bloggers