O Στάχταρης
17.6.2010 - 6:35:16 AM 
O Στάχταρης ήταν το καλό ζαχαροπλαστείο των Γιαννιτσών,προχουντικώς.Ηταν το μοναδικό με γωνιακή τζαμαρία και είχε ψυγείο, τουλάχιστον από το 1958, πράγμα σπάνιον που εμπόδιζε το παιδάκι να παίζει με το μποντικάκι , σύμφωνα με τον Μποστ.
Διέθετε καθίσματα σκληρού καφενείου, δηλαδή όχι ψάθινα και τραπεζάκια μαρμάρινα.Επίσης είχε τουλούμπες, φοινίκια, σοροπιαστά,μπαμπάδες,κορνέ και σοκολατίνες.Του ταλίρου, πανάκριβες. Από τον Στάχταρη πήγαιναν οι μισθωτοί (τα χρόνια εκείνα ήτο προνομία και πολυτελής ως χαρακτηρισμός) και έπαιρναν γλυκίσματα για τις ονομαστικές εορτές.Αλλα ο Στάχταρης διέθετε και πρωινο για μπεκιάρηδες. Ένα πιατάκι μέλι-βούτυρο, σπάνια λιχουδιά και αντί μπαγιάτικο ψωμί, πα-ξι-μά-δι του κουτιού, άνοστο αλλα πολυτελές ωσαύτως. Δεν ξέρω γιατί.Ο Στάχταρης γαμμάτιζε στον κυρίως δρόμο, την μόνη άσφαλτο, έναντι του ξενοδοχείου ύπνου της Πόλυξένης, αντίπερα και διαγωνίως με το χασαπιό του Πελτέκη, μπουζάτο,που έτριζε από κόκκινο αίμα σε λευκά πλακάκια και άνωθέ του, στο στενάκι ήτον ουζερί που έψενε(κι όχι «έψηνε») σισλίκια ήτοι σουβλάκια και ηκούγετο Καζαντζίδης, ο μόνος εντός πόλεως.Η γωνιά του μαγαζιού διαμορφώνονταν από έναν παράδρομο που έβγαινε σε δενδρώνα έρημου οικοπέδου και έβγαζε πίσω από την Αγροτικη Τράπεζα που έμοιαζε κρητομυκηναϊκής αρχιτεκτονικής, και στα παγωτά «Αθήνα» του Πανάρετου.
Ο Στάχταρης ήταν τόπος επισήμων, διακριτών αραντεβού. Όπως λέγαμε στο ρολόι, στο μαύρο άγαλμα, στην Μπουτσάβα, και ο άλλος θεωρούσε ότι κάποια ματσαραγκονιά ετοίμαζες, άμα του έκλεινες αραντεβού στον Στάχταρη, ήσουν εθνικόφρων, καθαρός και καραμπουζουκλής.
Ετσι μια μέρα, πολλα χρόνια μετά, επί Δημοκρατίας, ο Καρδίτσος, ο Φώτης, ο Πίπης και άλλοι ματαιόσπουδοι έσερναν την ύπαρξή τους στα ριζά των μυστικών του βάλτου και σκέφτηκαν, όπως κάνουν οι αποκαμωμένες από τα ίδια και τα ίδια παρέες, να ποθήσουν παστό κρέας. Αμέσως κατέληξαν ότι το πλησιέστερο μέρος για τέτοια γκουρμέ ήταν τα Σκόπια και είπαν πρωί,με το αμάξι του Πίπη να πήγαιναν να πάρουνε. Οντως την άλλη μέρα, οκτώ,ο Φώτης ήταν στον Στάχταρη, ντυμένος σπορτίβο για άτακτους γείτονες και περίμενε την άλλη παρέα. Η παρέα δεν φάνηκε έως τις 11, οπότε και εμφανίζεται Πίπης με σαγιονάρα και τσίμπλα, να πάρει καμιά πουγάτσα, κανένα μέλι βούτυρο να στανιάρει. Βλέπει τον Φώτη και λέει του «Βρε, ο Φώτης!πως από δώ;». Βγάζοντας καπνούς ωσάν πόλη που την διαγούμισε ο τσάρος Σαμουήλ και ο Κρούμος, ο Φώτης εξήγησε ότι υποτίθεται πως θα πήγαιναν στα Σκόπια. «Ε, δεν είπαμε και σήμερα!» απάντησε ο Πίπης.
Για αυτούς και άλλους, απόρρητους και πιο λαγνους λόγους, ακούω «Στάχταρης» και αναρριγώ.

 Permalink 
« Homefood
Αρχείο
Δημοφιλή
› 
Το Χαβίτσιον
› 
Δωράκια
› 
Ο πληθυντικός που σκοτώνει
› 
Η κοσάρα
› 
Παγωνιέρα
© ΙΣΤΟΣ 2019
Πάνος Θεοδωρίδης
Ο Πάνος Θεοδωρίδης (1948-2016) είναι συγγραφέας.
« Bloggers